ΑΜΑΡΤΩΛΗ ΠΟΛΗ (Sin City, 2005)

Αυτούσια μεταφορά του διάσημου κόμικ του Frank Miller από έναν μεγάλο θαυμαστή του τον Robert Rodriguez. Αν και ο πρώτος είχε πολλές αντιρρήσεις για τη μεταφορά, τελικά κάμφθηκε από την επιμονή του δεύτερου και κάθησε δίπλα του, για να ελέγχει το τελικό αποτέλεσμα. Χρησιμοποιήθηκε η ίδια τεχνική που χρησιμοποιήθηκε και στους "300", με τους ηθοποιούς να δουλεύουν μπροστά από ένα πράσινο φόντο και ύστερα με τη βοήθεια των υπολογιστών να προστίθεται και το κατάλληλο φόντο, ενώ για το γύρισμα επιλέχθηκε μία ψηφιακή βιντεοκάμερα. Αισθητικά το αποτέλεσμα είναι εντυπωσιακό.

Η διαφθορά, η ανηθικότητα, η ψυχοπάθεια και ο κυνισμός έχουν καλύψει ολοκληρωτικά αυτήν την πόλη, εκμαυλίζοντας και τους πιο "επιφανείς" από τους πολίτες της. Αστυνομικοί, ιερείς, όλοι τους, βαθιά βουτηγμένοι στην αμαρτία και στην παράνοια. Δεν υπάρχει κανένας φωτεινός οδοδείκτης για να δείξει τον δρόμο εδώ, καμιά ιδεολογία και κανένα σύστημα αξιών για να νοημαδοτήσει - έστω και ψευδαισθητικά - την ύπαρξη. "Κόλαση είναι να ξυπνάς κάθε μέρα και να μην ξέρεις γιατί είσαι εδώ" λέει κάποια στιγμή ένας από τους τρεις ήρωες του φιλμ. Αναγκαστικά λοιπόν, αφού όλες οι εξωτερικές αναφορές έχουν εκλείψει, η νοηματοδότηση της ύπαρξης, θα πρέπει να πηγάσει από την ενδοσκόπηση και το εσωτερικό.
 

Αυτήν η υπαρξιστική χροιά του φιλμ, η πεσσιμιστική αλλά ειλικρινής συνειδητοποίηση ότι "όλα είναι ένα ψέμα" (οι σερβιρισμένες ιδεολογίες και αξίες) για να καλυφθεί συμβολικά, αλλά όχι πραγματικά, η εγγενής έλλειψη του υποκειμένου ("το υποκείμενο δεν είναι παρά μια έλλεψη", όπως μας θυμίζει ο Λακάν) και η αναγκαστική στροφή στο εσωτερικό που επιβάλλει μια τέτοια συνειδητοποίηση για να βρεθεί μια "λύση", καθιστούν το φιλμ μία αμυδρή έστω πορεία αυτογνωσίας, καταξιώνοντάς το ως ένα βαθμό στα μάτια μου. Οι ήρωες του φιλμ, ("πρώην κακοί") προσπαθούν να προασπιστούν με την ίδια τους τη ζωή ένα δικό τους σύστημα αξιών, για να νοηματοδοτήσουν και να αξιώσουν τρόπον τινά την ύπαρξή τους, κόντρα σε ένα απόλυτα διεφθαρμένο περιβάλλον. 
  
Είναι και αυτές οι νουάρ και κόμικ καταβολές με την ατέλειωτη σκοτεινιά και τους συναισθηματικά αποστασιοποιημένους, κυνικά ειλικρινείς και επικά φορτισμένους διαλόγους (αλλά κυρίως εσωτερικούς μονολόγους), όλη αυτήν η σκιαγράφιση του "κάτω κόσμου" και του "νόμου της νύχτας", που αγγίζουν υπόγειες αρχετυπικές χορδές του ασυνειδήτου μας. Σημαντικό μελανό σημείο οι υπερβολικές ποσότητες βίας για τη βία, που από κάποιο σημείο και μετά με κούρασαν αρκετά.

Ο λόγος όμως που διάλεξα τούτη την ταινία είναι για την εισαγωγική σκηνή (δες βίντεο), με την στυλιστική ακραιφνώς ρομαντική - μυστικιστική διασύνδεση έρωτα και θανάτου που υποβάλλει ("ο έρωτας είναι η μέχρι θανάτου επιδοκιμασία της ζωής", έγραψε ο Μπατάιγ και στην ίδια γραμμή ο Όσιμα ισχυρίστηκε ότι "κάθε οργασμός είναι ένας μικρός θάνατος και ο θάνατος ο μεγαλύτερος οργασμός"), αλλά και για τον πληγωμένο φρυχηθμό του σαξοφώνου στους τίτλους της αρχής, έτσι όπως ξεπηδά από τα έγκατα της αμαρτωλής μητρόπολης
, για να μετατραπεί σε απεγνωσμένη έκκληση των τραυματισμένων από την έλλειψη υπάρξεών της. 

OLDBOY (2003)

O Οντεσού απαγάγεται από αγνώστους και κρατείται στην απομόνωση για 15 χρόνια. Όταν αποδράσει σε ημιπαράφρονα κατάσταση, θα αναζητήσει τον υπεύθυνο της απαγωγής του για να εκδικηθεί. Σύντομα θα τον βρει εκείνος και θα του δώσει προθεσμία πέντε ημερών, για να ανακαλύψει τον λόγο που το έκανε. Εντωμεταξύ η γυναίκα του έχει δολοφονηθεί και το μικρό του παιδί έχει μεγαλώσει από άλλον. Είναι το δεύτερο μέρος της "τριλογίας της εκδίκησης" από τον κορεάτη σκηνοθέτη Chanwook Park (μετά το "Sympathy for Mr. Vengeance" και πριν από το "Sympathy for Lady Vengeance").

Με καφκική ατμόσφαιρα βαθιάς απελπισίας, διάσπαρτες σουρεαλιστικές πινελιές, μαύρο χιούμορ, γκροτέσκο και παραληρηματικό ύφος με κόμιξ καταβολές (βασίζεται σε ασιατικό manga), θεματικές επιρροές από την ταραντινική μυθολογία της βίας (Kill Bill) αλλά και από την αρχαιοελληνική τραγωδία (αιμομιξία, εκδίκηση, τραγική ειρωνία), τούτο το μεταμοντέρνο υπαρξιακό νουάρ φλέγεται από απροσμέτρητο πάθος σε κάθε του καρέ και δυναμιτίζει ανελέητα βλέμματα και συνειδήσεις, που θα συνδιαλεχτούν μαζί του. Εικόνες και μουσικές αντιστικτικά δεμένες σ'ένα βαθιά επιδραστικό οπτικοακουστικό σύνολο, που χαράσσεται δια παντός στη μνήμη.

Ο "εξτρεμισμός" και η υπερβολή της στυλιστικής σκηνοθετικής γραφής ξεπερνάει τους σκοπέλους της απλής επιδειξιομανίας, της αισθητικής χειραγώγισης και της επιφανειακής αποκλειστικά αναμόχλευσης των κατώτερων ενστίκτων του θεατή, κυρίως μέσω του συγκλονιστικού φινάλε του (ένα φινάλε, δεν είναι ποτέ ένα φινάλε απλώς, αλλά ολόκληρη η ηθική στάση του δημιουργού και πολλά άλλα πράγματα μαζί). "Στις ταινίες του Χόλιγουντ η εκδίκηση, που συνεπάγεται πάντα τη βία και τη βίαιη συμπεριφορά, αντιμετωπίζεται και παρουσιάζεται ως κάθαρση, ως κάτι που σε κάνει να νιώθεις καλύτερα. Στις δικές μου ταινίες, όμως, η εκδίκηση και η βία που φέρνει, προκαλεί πόνο και ενοχές στους ήρωές μου" δηλώνει ο σκηνοθέτης και είναι αυτό που διαφοροποιεί το φιλμ τούτο από ανάλογα εγχειρήματα, εξ' Αμερικής κυρίως προερχόμενα.

Ο Park μας παίρνει από το χέρι, μας βάζει ολοκληρωτικά στο δράμα του ήρωά του, μας ταυτίζει με την εκδικητική του μανία και εκεί που θά'πρεπε να μας λυτρώσει στο φινάλε, προτιμά να μας ρίξει χωρίς δεύτερη σκέψη στην άβυσσο του κενού. Μας αφήνει έκτοπους και ορφανούς όπως θά 'λεγε και ένας αγαπημένος κριτικός, ο Αλέξης Δερμετζόγλου. Τραυματίζει το εγωιστικό μας βλέμμα ανεπανόρθωτα, κονιορτοποιεί εδραιωμένες πεποιθήσεις και προσδοκίες, αποτρέπει τον εφησυχασμό. Το να μετατρέπει την αρχική σιγουριά για το δίκιο μας (του ήρωά του και επομένως το δικό μας μέσω της ταύτισης), σε τέτοια αμφισβήτηση, αναγκάζοντάς μας να φιλάμε τα παπούτσια του εχθρού μας ζητώντας έλεος, δεν είναι καθόλου μικρό πράγμα.

Μας ταπεινώνει χωρίς δυνατότητα διαφυγής και μας οδηγεί σε αναπόφευκτη επανεξέταση της ζωής μας. Και αν για τον ήρωά του επιφυλάσσει τελικά ένα είδος λυτρωτικής λήθης, εμάς μας αφήνει ολοκληρωτικά έκθετους μπροστά στην α-λήθεια. Στον δυσβάσταχτο διχασμό της φύσης μας, στην εγγενή έλλειψη αυτόνομης ταυτότητας. Μπροστά στις ενοχές και στον εχθρό που βρίσκεται μέσα μας. Το δραματικό - ιδεολογικό σχήμα είναι σαφές. Αίσθηση απώλειας, γέννηση μίσους, απόφαση εκδίκησης, στοχοθέτηση ενός εξωτερικού εχθρού, τραγική ανακάλυψη ότι ο εχθρός είναι εσωτερικός. Και τώρα πως θα λυτρωθούμε; Είναι αρκετός ένας συμβιβασμός με τις εσωτερικές μας αντιφάσεις; Και πως θα επιτευχθεί; Πως συμπορεύεσαι με τις ενοχές;

Αυτήν η φωνή λοιπόν που ηχεί δυνατά και με απίστευτη ένταση εδώ, δεν κάνει απλώς πολύ θόρυβο για το τίποτα, ούτε μόνο για να σοκάρει (όπως τόσες άλλες, που εντυπωσιάζουν το νεανικό - κυρίως - κοινό), είναι απελπισμένη από την τραγικότητα της ύπαρξης και θέλει ενοχλώντας ν'αφυπνίσει. Όχι μόνο ξύνοντας την επιφάνεια των αισθήσεων (αυτό είναι εύκολο, το κάνουν πολλοί και ολόκληρα κινηματογραφικά υποείδη - βλέπε splatter - χωρίς ουσιαστικό αντίκρυσμα), αλλά δονώντας τα βαθύτερα επίπεδα της συνείδησής μας. Και το καταφέρνει, όπως όλοι οι σπουδαίοι καλλιτέχνες: "Το θέμα της εκδίκησης με ενδιαφέρει ακριβώς επειδή αποτελεί μια χαρακτηριστική έκφραση της ανθρώπινης φύσης: η εκδίκηση δεν φέρνει κανένα ουσιαστικό αποτέλεσμα. Αυτή, όμως, είναι η ανθρώπινη φύση. Αφιερώνουμε τη ζωή μας και καταναλώνουμε τόσο πάθος για κάτι που δεν έχει καμία σημασία" (Chanwook Park).

Στη σεκάνς πλέον ανθολογίας όπου ο Οντεσού τα βάζει με μυριάδες και κερδίζει (δες βίντεο) συμπυκνώνονται όλες οι προβληματικές του φιλμ: Το λυσσαλέο μίσος (τους νικάει όλους), η θλίψη και ο παραλογισμός της ανθρώπινης φύσης (μέσω της μουσικής), η τραγικότητα της (το μαχαίρι στην πλάτη, τα κουρασμένα βήματα), η συνειδητοποίηση της αποκτήνωσης (όταν ο Οντεσού ανεβαίνει στο φως), ενώ η έλλειψη cut και η κινηματογράφιση μ'ένα πλάνο "αποηρωποιούν" τη σύγκρουση ατενίζοντάς την με θλιμμένη αποστασιοποίηση. Η διαλεκτική των χώρων (ο υπόγειος "κάτω κόσμος" του σκότους με τις αιματηρές συγκρούσεις σε αντίθεση με τον επίγειο "πάνω κόσμο" του φωτός με την τακτοποιημένη ζωή) συνδηλώνει το πολυεπίπεδο του ανθρώπινου όντος (ασυνείδητο/συνειδητό) και την αέναη σύγκρουση των δύο πόλων. Όσο υπάρχουν δύο αντίθετα μόνο και όχι ένα τρίτο που να τα συμπεριλαμβάνει αρμονικά. Μέσα μας.