ΠΥΡΟΤΕΧΝΗΜΑΤΑ (Hana-Bi / Fireworks, 1997)

Ένας πρώην αστυνομικός, που έχει δανειστεί χρήματα από μαφιόζους, ληστεύει μια τράπεζα και φεύγει με την καταδικασμένη από ανίατη αρρώστια γυναίκα του, για ένα δεύτερο μήνα του μέλιτος. Mια τραγική αίσθηση της ζωής διαπερνά και ποτίζει τις ιστορίες όλων των ηρώων της ταινίας, οι οποίοι αιμορραγούν (ψυχικά και σωματικά) και σημαδεμένοι από το στίγμα της απώλειας προσπαθούν να δώσουν νόημα στις απαλλαγμένες πλέον από τις συνηθισμένες ψευδαισθήσεις, υπάρξεις τους.  

Bαρύς, δύσθυμος, ανέκφραστος και απόμακρος, πίσω από τα μαύρα του γυαλιά, ο Nίσι κυκλοφορεί παρέα με τη μοναξιά του, ξένος σ' έναν κόσμο ξένο, έχοντας πλήρη συνείδηση του θανάτου και της ματαιότητας της ζωής. Βαθιά μελαγχολικό, απαισιόδοξο, αλλά και παράδοξα γαλήνιο τούτο το πανέμορφο φιλμ πάνω στην απώλεια και στην τραγικότητα της ζωής, εναλλάσσεται ανάμεσα στην ακραία ρεαλιστική βία και τον μαγευτικό λυρισμό και από αυτήν την έξοχα σκηνοθετημένη συνύπαρξη των αντιθέτων, τις τεράστιες σιωπές και τους ανατολικούς ρυθμούς, αναδύεται μία έντονη μοναχικότητα και καλλιεργείται μία εσωστρεφή - στοχαστική διάθεση, που το καθιστούν ένα από τα κορυφαία υπαρξιακά πονήματα στην ιστορία του κινηματογράφου.

ΣΗΚΩΣΕ ΤΑ ΚΟΚΚΙΝΑ ΦΑΝΑΡΙΑ (Da hong deng long gao gao gua / Raise the Red Lantern, 1991)

Με τη μεταφορά του μυθιστορήματος του Su Tong στη μεγάλη οθόνη, ο Ζανγκ Γιμού ολοκλήρωσε τη τριλογία που είχε ξεκινήσει το 1987. Εδώ, για μια ακόμη φορά πρωταγωνιστεί η μούσα του Λι Γκόνγκ, στο ρόλο μιας νεαρής γυναίκας που παντρεύεται έναν άντρα πολύ μεγαλύτερό της. Ο σκηνοθέτης αναφέρεται στον κινέζικο φεουδαλισμό και έμμεσα στη σύγχρονη Κίνα. Αυτή τη φορά όμως το στυλ είναι διαφορετικό και το όραμα πιο δυσοίωνο.

Αφηγείται το χρονικό της ζωής τεσσάρων παλλακίδων σε ένα αρχοντικό της προεπαναστατικής Κίνας. Κάθε απόγευμα οι παλλακίδες περιμένουν υπομονετικά να ανάψει στο δωμάτιό τους το κόκκινο φως, που θα σημάνει την πρόσκλησή τους να περάσουν τη νύχτα με τον αφέντη τους, κερδίζοντας με αυτόν τον τρόπο για τις επόμενες εικοσιτέσσερις ώρες την "εξουσία" της συζύγου στο σπίτι. Η ταινία επιβεβαιώνει την αισθητική εκλέπτυνση του Γιμού, ο οποίος από ταινία σε ταινία γίνεται όλο και πιο αφαιρετικός, αποδραματοποιώντας τις ιστορίες. Η εικαστική τελειότητα των καδραρισμάτων εντυπωσιάζει.

ΜΟΝΑ ΛΙΖΑ (Mona Lisa, 1986)

Το θρίλερ του Νιλ Τζόρνταν που κέρδισε το Χρυσό Φοίνικα στο φεστιβάλ των Καννών, προσφέρει ένα εκκεντρικό ταξίδι στον υπόκοσμο της περιοχής του Λονδίνου με τα κόκκινα φώτα, αγγίζοντας τα θέματα της σεξουαλικής αποξένωσης, της καπηλείας των ονείρων και της υποκρισίας, που θα ανέπτυσσε αργότερα τόσο αποτελεσματικά στο "Παιχνίδι των Λυγμών". Η δύναμη του φιλμ δεν βρίσκεται τόσο στις σκηνές δράσης, όσο στην καυστική ανάλυση των ρομαντικών ψευδαισθήσεων.

Ο Τζόρνταν εξερευνά τη φύση του πόθου και της φαντασίας, συγκρίνοντας τη στάση ενός πελάτη απέναντι στη πόρνη, με τη στάση του Τζορτζ απέναντι στη Σιμόν και αποκαλύπτει την ψευδαίσθηση και στις δύο περιπτώσεις. Μερικές από τις καλύτερες σκηνές της ταινίας μας μεταφέρουν στην εφιαλτική καρδιά των περιοχών με τα πορνεία του Λονδίνου, προσφέροντας εικόνες απόγνωσης και εκφυλισμού που ενισχύουν τη δήλωση του Τζόρνταν: "Είναι μια αντιερωτική ταινία, που αφορά λανθασμένα πάθη και συναισθηματική ισοπέδωση".

THE INSIDER (1999)

Η αληθινή ιστορία του τηλεοπτικού παραγωγού Λόουελ Μπέργκμαν, ο οποίος έπεισε το 1996, έναν πρώην υπάλληλο μεγάλης καπνοβιομηχανίας να κάνει σημαντικές αποκαλύψεις, παραβιάζοντας έτσι το σύμφωνο εχεμύθειας με τους πρώην εργοδότες του. Ωστόσο η διεύθυνση του CBS, δεν θέλησε να μεταδώσει την εκπομπή, φοβούμενη τις αντιδράσεις της θιγόμενης πλευράς.

Δεν αποτελεί απλώς μια καταγγελία των αμερικάνικων καπνοβιομηχανιών και των μεγάλων οικονομικών συμφερόντων, αλλά θίγει ένα πιο θεμελιώδες πρόβλημα της αμερικάνικης κοινωνίας, αυτό της ελευθερίας της έκφρασης. Στιλάτη σκηνοθεσία, έξοχη σκιαγράφηση χαρακτήρων, μεγάλες ερμηνείες, απογειωτική μουσική από την πρώην ιέρεια των Dead can dance Λίζα Γκέραρντ, αισθητικά άψογη, ψυχαγωγική και αφυπνιστική.

ΠΕΡΥΣΙ ΣΤΟ ΜΑΡΙΕΝΜΠΑΝΤ (L'année dernière à Marienbad, 1961)

Σε σενάριο του Αλέν - Ρομπ Γκριγιέ και σ'ένα ολότελα μπαρόκ διάκοσμο όπου ένας άνδρας προσπαθεί να πείσει μια γυναίκα ότι γνωρίστηκαν πέρυσι στο Μαρίενμπαντ, η ταινία διαθέτει μαζί με το "Χιροσίμα αγάπη μου", από τις πιο ιδιοφυείς συνθέσεις του χωροχρόνου από την εποχή τουλάχιστον του "Πολίτη Κέιν" και καθιέρωσε τον Αλέν Ρενέ σαν ένα μοναδικό σκηνοθέτη - φιλόσοφο. Εδώ ο χρόνος ουσιαστικά αναιρείται. Παρελθόν παρόν και μέλλον είναι ταυτόσημες έννοιες, καταργούνται και ενοποιούνται με τη μνήμη, με την ίδια λογική που συγχέονται πραγματικό και φανταστικό, όνειρο και αληθινό βίωμα.

Εκεί που ο θεατής πιστεύει ότι βρήκε μια άκρη στη δαιδαλώδη αφήγηση, έρχεται ένα νέο στοιχείο για να αναιρέσει τα πάντα, ενώ η ίδια σκηνή μπορεί να παρουσιαστεί κάτω από πολλές εκδοχές, σύμφωνα με τη βούληση του αόρατου αφηγητή, ή του μοντέρ. Η αινιγματική ιστορία παίζει με το παρελθόν, το παρόν και το μέλλον, τη μνήμη και τις πιθανότητες, επεκτείνει τα όρια της κινηματογραφικής γλώσσας στο χώρο του "ίσως", οι ηθοποιοί φαίνονται αποξενωμένοι, ο διάλογος είναι απόμακρος και η ασπρόμαυρη φωτογραφία συναρπαστική και αιφνιδιαστική ταυτόχρονα, με εικόνες που μένουν στη μνήμη.

ΑΣΧΗΜΗ ΜΕΡΑ ΣΤΟΝ ΜΑΥΡΟ ΒΡΑΧΟ (Bad Day at Black Rock, 1955)

Μετά το τέλος του Β' παγκοσμίου πολέμου, ο Σπένσερ Τρέισι, ένας μονόχειρας βετεράνος του πολέμου, φτάνει στην πόλη Μπλάκ Ροκ αναζητώντας έναν Ασιάτη αγρότη, πατέρα ενός στρατιώτη της διμοιρίας του. Η έρευνά του συναντά τη δυσφορία των κατοίκων που εναντιώνονται στην έρευνα θέλοντας να διαφυλάξουν κάποιο μυστικό.

Η καλύτερη ίσως ταινία του Τζον Στέρτζες, είναι ένα δράμα απληστίας και αδιαλλαξίας στο άνυδρο τοπίο των αμερικανικών μεσοδυτικών πολιτειών που αξιοποιείται πλήρως με τη χρήση του σινεμασκόπ υποβάλλοντας το άνυδρο της ψυχής των κατοίκων. Συνδυασμός γουέστερν, θρίλερ και φιλμ νουάρ (καθώς αναφέρεται σε σκοτεινά μυστικά του παρελθόντος), το φιλμ κλιμακώνει σταδιακά την έντασή του, δημιουργεί σασπένς και σχηματίζει μια πολύ ζοφερή εικόνα, καταδικάζοντας την κοινωνία που βασίζεται στη βίαιη απόκτηση αγαθών και στη διατήρησή τους μέσω των απειλών και της ισχύος.

ΟΤΑΝ ΠΕΡΝΟΥΝ ΟΙ ΓΕΡΑΝΟΙ (Letyat zhuravli / The Cranes Are Flying, 1957)

Στη Μόσχα του 1941, η Βερόνικα ερωτεύεται με πάθος τον Μπόρις. Ο πόλεμος τους χωρίζει, η Βερόνικα χάνει τους γονείς της σε βομβαρδισμό, βιάζεται από τον αδελφό του αγαπημένου της, ενώ ταυτόχρονα μαθαίνει ότι ο Μπόρις σκοτώνεται. Λυρικό αντιπολεμικό δράμα, που αντανακλά καλύτερα από κάθε άλλη σοβιετική ταινία το (προσωρινό) τέλος της σταλινικής εποχής, στις τέχνες και στα γράμματα.

Εικόνες ενός εκθαμβωτικού λυρισμού συνοδεύουν μία από τις ωραιότερες (και τραγικές) ιστορίες αγάπης του παγκόσμιου σινεμά. Ο πειραματισμός με την κάμερα, που ήταν ταμπού στη σταλινική περίοδο, άρχισε να αναδύεται και πάλι. Παίχτηκε με τεράστια απήχηση στη Δύση, βραβεύτηκε με τον Χρυσό Φοίνικα του φεστιβάλ Καννών του 1958, καθιέρωσε μια σουπερστάρ της Ρωσίας, την Τατιάνα Σαμοίλοβα και αποκάλυψε στο πλατύ κοινό ένα καινούριο κινηματογράφο από τη Σοβιετική Ένωση.

ΕΝΑΣ ΛΥΚΑΝΘΡΩΠΟΣ ΣΤΟ ΛΟΝΔΙΝΟ (An American Werewolf In London, 1981)

Δύο φίλοι Αμερικανοί τουρίστες, ο Ντέιβιντ και ο Τζακ, κάνουν οτοστόπ στη Βόρεια Αγγλία και επισκέπτονται μία παμπ όπου οι θαμώνες τους τρομοκρατούν. Προσπαθώντας να διαφύγουν μακρυά, ένας απ'αυτούς δέχεται δάγκωμα από έναν λυκάνθρωπο που τον μετατρέπει σε όμοιό του. Ακολουθούν απελπισμένες καταδιώξεις μέχρι το τραγικό τέλος. Ένα σύγχρονο θρίλερ λυκανθρώπων, με πολλές δόσεις μαύρου χιούμορ, εξαιρετικά για την εποχή του ειδικά εφέ, επιδέξιες κινήσεις της κάμερας, αλλά και με μια συνεχή υποβόσκουσα θλίψη και πικρία. 

Ο πραγματικός τρόμος ξεκινά στο Λονδίνο, όπου γίνεται πιο έντονος επειδή τα ανατριχιαστικά φαινόμενα συμβαίνουν σε συνηθισμένα αστικά μέρη - όπως ο ζωολογικός κήπος του Λονδίνου και το μετρό. Ένας σημαντικός παράγοντας στην επιτυχία της ταινίας ήταν το εκπληκτικό μακιγιάζ του Ρικ Μπέικερ, για το οποίο κέρδισε το Όσκαρ. Οι αποκρουστικές μεταμορφώσεις από άνθρωπο σε λυκάνθρωπο συνοδεύονται από ποπ επιτυχίες της εποχής, δημιουργώντας ένα ευφυές έργο τρόμου, που δεν γνώρισε όμως εμπορική επιτυχία. 

Ο ΜΑΓΕΙΡΑΣ, Ο ΚΛΕΦΤΗΣ, Η ΓΥΝΑΙΚΑ ΤΟΥ ΚΑΙ Ο ΕΡΑΣΤΗΣ ΤΗΣ (The Cook the Thief His Wife & Her Lover, 1989)

Ο Άγγλος Γκρήναγουέι είναι ένας από τους πιο "εστετίστες" κινηματογραφιστές του κόσμου, με ισχυρές επιρροές από τη ζωγραφική (πολλές φορές τα πλάνα του διακοσμούνται από ζωγραφικούς πίνακες, η σύνθεση του κάδρου είναι προσεκτικά μελετημένη, τα ρούχα είναι αντιγραμμένα από ντυσίματα μοντέλων ζωγραφικών έργων), με αποστασιοποιημένη "μπρεχτική" σκηνοθεσία που εμποδίζει την ταύτιση ("Επιθυμώ να δείτε τους ανθρώπους που κινηματογραφώ, να τους κατανοήσετε, αλλά δεν θέλω να επιδιώκετε να ταυτιστείτε μ'αυτούς" Γκρήναγουέι), αλλά που παρόλα αυτά ο"αισθητισμός" του δεν αποβαίνει σε βάρος της δυναμικής και του πάθους του περιεχομένου του.

Εδώ αφηγείται την ιστορία του Άλμπερτ Σπίκα, του τερατώδους, αποκρουστικού, άξεστου κλέφτη του τίτλου, ο οποίος συχνάζει σ'ένα μοντέρνο εστιατόριο του Λονδίνου και καταβροχθίζει αμέτρητα αηδιαστικά πιάτα, περιστοιχισμένος από διάφορα τσιράκια και λακέδες, ενώ όταν διαπιστώνει ότι η γυναίκα του τον απατά, μηχανεύεται μια κανιβαλιστική εκδίκηση. Μία σπάνια φιλμική εμπειρία που πίσω από την πληθωρική και προσεγμένη ως την τελευταία λεπτομέρεια μορφή της, κρύβει μία διαβρωτική και ανηλεής κριτική κατά της θατσερικής Αγγλίας και κατά της ανώτερης τάξης, της οποία το κακό γούστο και η βαρβαρότητα δεν παρουσιάζονται απλώς ως κοινωνικό πρόβλημα, αλλά ως προσβολή στην αισθητική.

A.I. ΤΕΧΝΗΤΗ ΝΟΗΜΟΣΥΝΗ (A.I. Artificial Intelligen, 2001)

Στο κοντινό μέλλον, μια οικογένεια υιοθετεί τον Ντέιβιντ, το πρώτο ρομπότ - παιδί που έχει προγραμματιστεί ν'αγαπά τους γονείς του. Ωστόσο η συμβίωσή τους αποδεικνύεται προβληματική και ο Ντέηβιντ, εγκαταλελειμμένος σ'ένα δάσος, ξεκινά την δική του περιπλάνηση στον κόσμο των ενηλίκων, ο οποίος αποδεικνύεται εφιαλτικός.

Πέρα από την τέλεια αφηγηματικότητα και τον ψυχαγωγικό χαρακτήρα (που συναντάμε εξάλλου σε όλες τις ταινίες του "μεγάλου παραμυθά" του Χόλιγουντ), εδώ αναπτύσσεται σημαντικά και η - ρηχή σε πολλές άλλες του ταινίες - προβληματική, αποκτώντας εντυπωσιακό βάθος. Βασισμένο σε μια ιδέα του Κιούμπρικ που κάποτε εξομολογήθηκε στον Σπίλμπεργκ και συνδυάζοντας τα ντεκόρ του "Blade runner" με το ύφος του "The Wizard of Oz" και με διάσπαρτες εξπρεσιονιστικές πινελιές που ξαφνιάζουν (αναλογιζόμενοι το υπόλοιπο έργο του), το φιλμ αυτό είναι ίσως το πιο "φιλοσοφημένο" του μεγάλου σκηνοθέτη και γι'αυτό προτείνεται ανεπιφύλακτα σε όλες τις κατηγορίες των θεατών.

SOS ΠΕΝΤΑΓΩΝΟ ΚΑΛΕΙ ΜΟΣΧΑ (Dr Strangelove, 1964)

Όταν ένας φανατικός Αμερικανός στρατηγός επιτίθεται με πυρηνικά όπλα στην πρώην Σοβιετική Ένωση, ο πρόεδρος κάνει τα πάντα για να επιστρέψουν οι βομβιστές και να ηρεμήσει τους Ρώσους, ενώ παράλληλα συζητά με τους συμβούλους του και έναν τρελοεπιστήμονα. Πανέξυπνη μαύρη κωμωδία και έξοχη πολιτική σάτιρα, γύρω από την πυρηνική καταστροφή λίγο μετά την κρίση των πυραύλων στην Κούβα, γυρισμένη με τον γνώριμο περφεξιονισμό του Κιούμπρικ.

Έχοντας ως θέμα της την ανοησία και τον εγωκεντρισμό των πολιτικών και των στρατιωτικών, η ταινία παραμένει καυστικά αστεία στις μέρες μας, χάρη στο έξυπνο σενάριο, την σκηνοθετική της ακρίβεια και τις εκπλητικές ερμηνείες. Ο Πίτερ Σέλερς ειδικά, εντυπωσιάζει ερμηνεύοντας τρεις ρόλους (τον σμηναγό της Βρετανικής Βασιλικής Αεροπορίας, τον Αμερικανό πρόεδρο και τον Γερμανό επιστήμονα). Είναι επίσης πολύ ευχάριστη οπτικά, χάρη στην ασπρόμαυρη φωτογραφία του Γκίλμπερτ Τέιλορ και στα συναρπαστικά σκηνικά.

ΜΙΚΡΗ ΙΣΤΟΡΙΑ ΓΙΑ ΕΝΑ ΦΟΝΟ (Krótki film o zabijani / A Short Film About Killing, 1988)

Το ψυχρό, ανατριχιαστικό, συναρπαστικό φίλμ του μεγάλου Κισλόφσκι, εμπνευσμένο από την πέμπτη εντολή (ανήκει στο πλαίσιο άλλων 11 ωριαίων ταινιών που γύρισε ο Κισλόφσκι για την τηλεόραση βασισμένων στις Δέκα Εντολές και αναπτύχθηκε ειδικά για τη μεγάλη οθόνη), είναι η ιστορία της άσκοπης δολοφονίας ενός ταξιτζή της Βαρσοβίας και της εκτέλεσης του νεαρού δολοφόνου του. Ο Κισλόφσκι χρησιμοποιεί σουρεαλιστικά ανοιξιάτικα χρώματα και μια σειρά παραμορφωτικών οπτικών στοιχείων. Το αποτέλεσμα είναι τολμηρά δυναμικό και ανησυχητικό. 

Φροντίζει να μην ηρωποιήσει το φονιά, ούτε να κλάψει το θύμα και καταγράφει του δύο θανάτους με όλες τις μακάβριες λεπτομέρειές τους, ιδιαίτερα στις σκηνές όπου θρυμματίζεται το κεφάλι του ταξιτζή και εκτελείται ο φονιάς του.Είναι αδύνατον να μην συγκλονιστεί κάποιος από την δεξιοτεχνική επίθεση του σκηνοθέτη εναντίον της πολιτικής "οφθαλμόν αντί οφθαλμού", αλλά η ταινία είναι επίσης σημαντική σαν παράδειγμα της ισχυρής επιρροής του κινηματογράφου (λέγεται ότι έκανε την πολωνική κυβέρνηση εκείνης της περιόδου να αναστείλει για πέντε χρόνια της εκτέλεση της θανατικής ποινής).

ΑΡΙΖΟΝΑ ΤΖΟΥΝΙΟΡ (Raising Arizona, 1987)

Το φιλμ των ιδιοφυών αδελφών Κοέν (Τζόελ και Ίθαν) είναι τόσο ασφυκικά πλημμυρισμένο από ιδέες, ώστε φοβάσαι ότι θα εκραγεί. Μια ξεκαρδιστική κωμωδία, όπου ο κακοποιός "Χάι" Μακντόνο, παντρεύεται την τολμηρή αστυνόμο Εντουίνα και στήνει το σπιτικό τους σε ένα πάρκινγκ για τροχόσπιτα. Η Εντουίνα ωστόσο δεν μπορεί να αποκτήσει παιδιά και έτσι αποφασίζουν να απαγάγουν ένα από τα διάσημα πεντάδυμα Αριζόνα - αποτέλεσμα της γονιμότητας θεραπείας της συζύγου του πολυεκατομμυριούχου Νάθαν Αριζόνα. 

Ο Αριζόνα στέλνει εναντίον των απαγωγέων τον άγγελο - τιμωρό Λέναρντ Σμολς, με αποτέλεσμα απολαυστικές καταδιώξεις, απειλητικά λυκόσκυλα και αποκαλυπτικές μάχες στο δρόμο. Καθώς παρατηρεί η Εντουίνα σε μια ιδιαίτερα αγωνιώδη στιγμή: "Οικογενειακή ζωή λέγεται αυτό;" Η σάτιρα είναι καυστική (αν και περισότερο περιπαικτική παρά επικριτική), ανατρέποντας καθετί που η Αμερική διατηρεί ιερό.

Ο ΔΡΟΜΟΣ (La strada, 1954)

Από τα πιο συγκινητικά και αλησμόνητα έργα του παγκόσμιου κινηματογράφου, το "Λα Στράντα" είναι το πρώτο αναμφισβήτητο αριστούργημα του Φεντερίκο Φελίνι, που τον καθιέρωσε διεθνώς και σήμανε την απομάκρυνσή του από το νεορεαλισμό. Είναι το σπαρακτικό πορτρέτο μιας φτωχής κοπέλας που εξουσιάζεται από ένα αγριάνθρωπο, μια παράδοξη τσαπλινική παραβολή πάνω στην αδυναμία επικοινωνίας και στην μοναξιά.

Ο ίδιος ο Φελίνι μιλώντας για την ταινία λέει: "η δυστυχία του σύγχρονου ανθρώπου είναι η μοναξιά. Είναι κάτι που ξεκινά πολύ βαθιά μέσα από τις ρίζες της ύπαρξης μας. Όμως είμαι πεπεισμένος ότι υπάρχει τρόπος να σπάσει αυτή η μοναξιά κι ανάμεσα σ'ένα πρόσωπο και σ'ένα άλλο να περάσει ένα είδος μηνύματος, έτσι ώστε ν'αποκαλυφθεί ο δεσμός που τους ενώνει. Το "Λα Στράντα" εκφράζει αυτού του είδους την εμπειρία με την τεχνική μιας ταινίας". Η ταινία κέρδισε περισσότερα από 50 διεθνή βραβεία συμπεριλαμβανομένου του Χρυσού Λέοντα στο Φεστιβάλ Βενετίας και του Όσκαρ ξένης ταινίας.

Η ΚΡΥΦΗ ΓΟΗΤΕΙΑ ΤΗΣ ΜΠΟΥΡΖΟΥΑΖΙΑΣ (Le charme discret de la bourgeoisie, 1972)

Η ευρηματική, ανατρεπτική σουρεαλιστική κωμωδία του Λουίς Μπουνιουέλ, αποτελεί μία επίθεση εναντίον της κοινωνίας των πλουσίων, των στρατιωτικών, της αστυνομίας, της εκκλησίας και πάνω απ'όλα εναντίον της μπουρζουαζίας που τους συντηρεί, με αρκετή ειρωνία, αλλά και αρκετή τρυφερότητα. Η ιστορία αφορά έξι ανθρώπους που επιθυμούν διακαώς να δειπνήσουν και να απολαύσουν το φαγητό τους, αλλά ποτέ δεν τα καταφέρνουν. Φτάνουν σε λάθος μέρα σε εστιατόριο που ο ιδιοκτήτης του έχει πεθάνει και που το πτώμα του εκτίθεται σε δημόσια θέα, σε μέρος όπου δεν υπάρχει τίποτα άλλο εκτός από νερό. Δεν βρίσκονται καν σε εστιατόριο, αλλά όπως διαπιστώνουν στη σκηνή ενός θεάτρου που η αυλαία του ανοίγει για να αποκαλύψει ένα οργισμένο κοινό.

Συμμορίες τους γαζώνουν με σφαίρες προτού προλάβουν να φάνε, μολονότι στην επόμενη σκηνή είναι πάλι ζωντανοί και περπατούν σ'έναν επαρχιακό δρόμο, μια εικόνα που επαναλαμβάνεται στην ταινία. Η δομή της αφήγησης ξεφεύγει από τα κλασικά ρασιοναλιστικά πλαίσια, αφού το ένα γεγονός δεν διαδέχεται το άλλο αιτιακά και με χρονολογική σειρά, αλλά σαν μια εκδήλωση της ίδιας ιδέας (ένα δείπνο που ποτέ δεν ολοκληρώνεται η οποία με τη σειρά της εμπεριέχεται σ'ένα ευρύτερο θέμα, την ιδεολογική ανατομία της αστικής τάξης).

Όπως σημειώνει ο Στάθης Βαλούκος στο βιβλίο του "Το σενάριο" (εκδ. Αιγόκερως): "Η δομή της αφήγησης είναι κυκλική όπως διάφορες μουσικές δομικές φόρμες (τζαζ, συμφωνική μουσική, κλπ) και κυρίως το ροντό, όπου κυρίαρχο στοιχείο είναι η επιστροφή στο κυρίως θέμα, μετά από κάθε ενδιάμεσο θέμα (παριστάνεται με τον τύπο Α-Β-Α-Γ-Α-Δ)"

ΚΡΑΜΕΡ ΕΝΑΝΤΙΟΝ ΚΡΑΜΕΡ (Kramer vs. Kramer, 1979)

Η Τζοάνα Κράμερ εγκαταλείπει τον σύζυγό της και τον γιό τους, όταν συνειδητοποιεί ότι ο γάμος της δεν πηγαίνει καλά. Ο Τέντ, ο οποίος δεν έχει ασχοληθεί με το γιό του λόγω της δουλειάς του, αναγκάζεται να μάθει πως είναι να μεγαλώνει κανείς παιδιά. Όταν τελικά προσαρμόζεται στον νέο του ρόλο, η Τζοάνα επιστρέφει ζητώντας να αναλάβει την κηδεμονία του παιδιού. 

Η πιο διάσημη κοινωνική ταινία, πάνω στο θέμα του διαζυγίου και του αντίκτυπου που έχει στα παιδιά, με καθαρό, αποστασιοποιημένο και αντικειμενικό βλέμμα στην περιγραφή των καταστάσεων και στο μοίρασμα των ευθυνών, ευαίσθητο και συγκινητικό χωρίς να διολισθαίνει σε φτηνούς μελοδραματισμούς και πάνω απ'όλα με υπέροχες ερμηνείες από τους δύο πρωταγωνιστές (Μέριλ Στριπ και Ντάστιν Χόφμαν).

ΤΟ ΤΕΛΕΥΤΑΙΟ ΤΑΓΚΟ ΣΤΟ ΠΑΡΙΣΙ (Ultimo tango a Parigi / Last Tango in Paris, 1972)

Από τις διασημότερες ταινίες του μοντέρνου κινηματογράφου, πάνω στην σχέση έρωτα και θανάτου (οι σκανδαλώδεις σκατολογικές αναφορές του Μπράντο στις θεωρίες του Ράιχ και του Μπατάϊγ το επιβεβαιώνουν), μια ψυχαναλυτική προσέγγιση του υφέρποντος σε κάθε ερωτική σχέση σαδομαζοχισμού και της αυτοκαταστροφής, ένα σχόλιο για την παρακμή των απελπισμένων σχέσεων και μια συνταρακτική σπουδή της προσωπικής αποτυχίας. Περιορισμένη εν'πολλοίς στους τέσσερις τοίχους ενός ψυχρού και άδειου οικήματος (που εντείνει το αίσθημα της ασφυξίας), δημιουργήθηκε μετά τον "Κομφορμίστα" και ισχυροποίησε τη φήμη του Μπερτολούτσι ως έναν από τους σπουδαιότερους δημιουργούς του ευρωπαϊκού σινεμά. Η ερμηνεία του Μάρλον Μπράντο είναι συγκλονιστική, δίπλα στην νεαρή τότε Σνάϊντερ.

Η ΕΚΛΕΙΨΗ (L'Eclisse, 1962)

Η τρίτη ταινία της "τριλογίας της αλλοτρίωσης" (οι άλλες δύο είναι "Η περιπέτεια" και "Η νύχτα"), θεωρείται η καλύτερη ταινία του Αντονιόνι με την οποία ο σκηνοθέτης φτάνει στο απόγειο του προσωπικού του ύφους: νεκροί χρόνοι όπου φαινομενικά δεν συμβαίνει τίποτα, καθοριστικοί όμως για το μετεώρισμα και το αργό ξεδίπλωμα των συναισθημάτων, άδεια κι έρημα τοπία (αστικά και φυσικά) που υπογραμμίζουν και εκφράζουν οπτικά την μοναξιά των ηρώων, λειτουργική χρήση των εντός και εκτός πεδίου χώρων, απογείωση του καθημερινού και τετριμμένου στη σφαίρα της ποίησης, εκφραστική χρήση της σιωπής...

Ο κόσμος των αστών που στην "Περιπέτεια"  υπήρχε σαν ένα λιγάκι αποκομμένο φόντο και στη "Νύχτα" έκανε πιο καθαρά την εμφάνισή του, εδώ είναι ο κύριος θεματικός πυρήνας. Είναι το πορτραίτο μιας γυναίκας που εγκαταλείπει έναν ώριμο διανοούμενο, γιατί δεν μπορεί να της προσφέρει καμία σιγουριά και αποθαρρυμένη, χαμένη και μόνη αρχίζει ν'αναζητά στους άλλους, τη θέρμη για τη ζωή που λείπει από την ίδια. Καρδιά της ταινίας αποτελούν οι σκηνές στο χρηματηστήριο της Ρώμης, μια σεκάνς ανθολογίας δεκαπέντε λεπτών σε μια ανθρώπινη ζούγκλα όπου οι άνθρωποι ουρλιάζουν σαν μανιακοί κερδίζοντας και χάνοντας περιουσίες μέσα σε λίγα λεπτά.

Στο φινάλε της ταινίας υπάρχει μια άλλη εξίσου σημαντική σεκάνς (δες βίντεο) που ερμηνεύει την ταινία κινηματογραφώντας μια έκλειψη ηλίου, την ώρα που η Μόνικα Βίτα ξεκινάει αναπόφάσιστη να συναντήσει τον εραστή της. Αυτά τα τελευταία δεκαπέντε λεπτά της ταινίας δείχνουν το σκοτάδι της έκλειψης να πέφτει αργά από κάδρο σε κάδρο σε μια πόλη άδεια από ανθρώπους, ενώ το μόνο που υπάρχει στα κάδρα του Αντονιόνι είναι μια νεκρή φύση από τσιμέντο, άσφαλτο και οικοδομικά υλικά. Ολική έκλειψη των συναισθημάτων. Η πλοκή ισχνή, η αφήγηση αργή και αποστασιοποιημένη, οι διάλογοι ελάχιστοι, απαιτείται γνώση και μια άλλη οπτική για την απόλαυσή της.

RESERVOIR DOGS (1992)

Μετά από μια επιτυχημένη κατά το ήμισυ ληστεία, η συμμορία συγκεντρώνεται σε μια αποθήκη για να μετρήσει και να τιμήσει τους νεκρούς της. Ανάμεσα στους παρόντες, ο κος Ασπρος, ο κος Πορτοκαλί, ο κος Ροζ, και ο γιος του αφεντικού, Εντι. Η υποψία ότι ανάμεσά τους μπορεί να βρίσκεται ένα "καρφί" ανάβει τα αίματα.

Από τα πιο ηχηρά σκηνοθετικά ντεπούτα στην ιστορία του κινηματογράφου (που εκτόξευσε έναν πρώην υπάλληλο βίντεο - κλαμπ στο πάνθεον των κορυφαίων σκηνοθετών του αμερικάνικου κινηματογράφου). Ένα μεταμοντέρνο - χαμηλού προυπολογισμού - γκαγκστερικό φιλμ, που δανείζεται στοιχεία από το "Χρήμα της οργής" του Κιούμπρικ, τις "Απώλειες πολέμου" του Ντε Πάλμα, τους "Κακόφημους δρόμους" του Σκορτσέζε και τις ταινίες του θρυλικού "καλτ" σκηνοθέτη Τζον Γου και φλερτάρει με το αιματοβαμμένο gore.

Έξυπνη αφηγηματική τεχνική (χρήση της υποκειμενικής αφήγησης διηγημένη από τη σκοπιά ενός προσώπου, π.χ. του γκάνγκστερ που υποδύεται ο Μπουσέμι, της εικονογραφημένης διήγησης που είναι απλά ένα ψέμα, καθώς και των φλας μπακ), μυριάδες συνεφίλ αναφορές, πολύ "ιδιαίτεροι" διαλόγοι για χολιγουντιανό σινεμά, γραφική βία, μαύρο χιούμορ, και σπουδαίοι ηθοποιοί που απολαμβάνουν τους χαρακτήρες που υποδύονται.  

ΤΟ ΤΕΛΕΥΤΑΙΟ ΚΥΜΑ (The Last Wave, 1977)

Ο Ρίτσαρντ Τσάμπερλιν, υποδύεται ένα δικηγόρο που προσλαμβάνεται να υπερασπιστεί έναν Αβορίγινα που κατηγορείται για φόνο. Επειδή κανείς δεν μιλά για το φόνο, ο Τσάμπερλιν, αρχίζει να πιστεύει ότι κάτι ανεξήγητο συμβαίνει. Ο φόνος μπορεί να έγινε κατά τη διάρκεια ενός θρησκευτικού τελετουργικού, περίεργα καιρικά φαινόμενα συμβαίνουν στο Σίδνεϊ και ο Τσάμπερλιν βασανίζεται από τρομακτικά οράματα μιας επερχόμενης αποκάλυψης. Καθώς το ταξίδι των φαντασιώσεων τον οδηγεί σωματικά και ψυχικά στον κόσμο του μυστικισμού και το προαίσθημα της επικείμενης καταστροφής βαραίνει όλο και περισσότερο το υποσυνείδητό του, αρχίζει να μην πιστεύει πια στην πραγματικότητα.

Ο Αυστραλός Γουίαρ (σκηνοθέτης του "Κύκλου των χαμένων ποιητών" του "The Truman show" και άλλων εμπορικών επιτυχιών), βρίσκεται ακόμα στην χώρα του την Αυστραλία - πριν πάει στο Χόλιγουντ - και συνεχίζει να δημιουργεί την ίδια απόκοσμη, μυστηριακή και εξόχως γοητευτική ατμόσφαιρα, που συναντήσαμε και στο "Μυστικό του βράχου των κρεμασμένων", (μόνο που εκεί υπέβοσκε μια αντιπαλότητα ανάμεσα στον άνθρωπο και τη φύση, ενώ εδώ τονίζεται η συμβιωτική σχέση μαζί της), υπηρετώντας πιστά, ένα συναρπαστικό καλλιτεχνικό όραμα και σκιαγραφώντας ήρωες που ισορροπούν ανάμεσα σε δύο κόσμους και σε δύο πραγματικότητες. Και οι δυο προαναφερόμενες ταινίες, είναι μικρά και αστραφτερά διαμάντια που αξίζει να ανακαλύψετε.

ΛΟΛΙΤΑ (Lolita, 1962)

Ο Χάμπερτ Χάμπερτ, ένας μεσήλικας καθηγητής, νοικιάζει ένα δωμάτιο στο σπίτι της Σάρλοτ Χέιζ κι ερωτεύεται με πάθος την μικρή κόρη της. Ως μεταφορά στην οθόνη του αμφιλεγόμενου μυθιστορήματος του Βλαντιμίρ Ναμπόκοφ, εκ πρώτης όψεως, θά'λεγε κανείς ότι δεν ακολουθεί το πρωτότυπο. Αν και το αντικείμενο του πόθου του ήρωα είναι σύμφωνα με το βιβλίο, 12 χρονών, η Σιου Λάιον που υποδύεται το κορίτσι στην οθόνη, είναι πολύ πιο ώριμη. Θίγοντας πολύ προσεκτικά το εύφλεκτο θέμα της, ο Κιούμπρικ διατηρεί το σεξουαλικό πόθο στο περιθώριο, μεταφέροντας την ιστορία σαν μαύρη κοινωνική σάτιρα και σαν καταδίκη των υποκριτικών ηθικών αξιών της μεσοαστικής Αμερικής.

ΑΛΙΕΝ, Ο ΕΠΙΒΑΤΗΣ ΤΟΥ ΔΙΑΣΤΗΜΑΤΟΣ (Alien, 1979)

Επιστρέφοντας στη Γη από ένα ταξίδι ρουτίνας, το κοιμισμένο πλήρωμα του διαστημοπλοίου Νοστρόμο ξυπνά για να εξερευνήσει σήματα κινδύνου από ένα μακρινό πλανήτη και ανακαλύπτει μια αποθήκη γεμάτη από μυστυριώδη αυγά. Ο αστροναύτης Τζον Χερτ, δέχεται την επίθεση ενός πλάσματος και μεταφέρεται στο διαστημόπλοιο, χωρίς να ξέρει ότι μέσα του βρίσκεται ένας εχθρικός εξωγήινος. Αυτό είναι το στόρι μιας από τις σημαντικότερες ταινίες επιστημονικής φαντασίας, υπό τη σκηνοθεσία του Βρετανού Ρίντλεϊ Σκότ (σκηνοθέτη του επίσης δημοφιλούς "Blade runner").

Σ'αυτή τη σύγχρονη, δαπανηρή έκδοση μιας ταινίας, που αποτίει φόρο τιμής σε ένα καθιερωμένο είδος της δεκαετίας του '50, ο Σκοτ προσφέρει μια καταιγιστική σειρά σκηνών με εξαιρετική φωτογραφία και οπτικά εφέ που κέρδισαν το Όσκαρ. Ο Τόμ Σκέριτ και ο Χάρι Ντιν Στάντον, προσφέρουν τη συνηθισμένη αξιόπιστη παρουσία τους, ως ικανός κυβερνήτης και γκρινιάρης μηχανικός αντίστοιχα και ο Τζον Χέρτ προκαλεί το πιο έντονο σοκ της ταινίας, όταν το πλάσμα εκτοξεύεται μέσα στο στομάχι του. 

Ωστόσο η ταινία ανήκει στη Σιγκούρνι Γουίβερ, με την οποία στον ρόλο της αξιωματικού που ενσάρκωσε, παραβίασε τις συνήθειες και τους κανόνες του Χόλιγουντ σχετικά με την θέση της γυναίκας μέσα σε μια ταινία και αποτέλεσε πρότυπο για μια σειρά δυναμικών ηρωίδων που θα ακολουθήσουν αργότερα.

ΤΟ ΚΑΤΑΡΑΜΕΝΟ ΣΚΙΑΧΤΡΟ (The Wicker Man, 1973)

Ένας αυστηρός, συντηρητικός και σκληροπυρηνικός χριστιανός αστυνομικός της Σκωτίας, ερευνά την υπόθεση ενός χαμένου κοριτσιού στην περιοχή Σάμερσιλ (ενός απομονωμένου νησιού του Ατλαντικού), που τελεί κάτω από την διοικητική και πνευματική εποπτεία του λόρδου Summerisle (Christopher Lee). Σύντομα θ'ανακαλύψει ότι οι κάτοικοι του νησιού είναι παγανιστές και θα έρθει αντιμέτωπος με τις θρησκευτικές τους δοξασίες και πρακτικές.

Το φιλμ κατατατάχτηκε στις ταινίες τρόμου (θεωρείται από μερίδα άγγλων κριτικών  η σημαντικότερη βρετανική ταινία τρόμου όλων των εποχών, από κάποιον μάλιστα χαρακτηρίσθηκε ως "Ο Πολίτης Κέιν των ταινιών τρόμου") αν και περισσότερο είναι ένα γοητευτικό μίγμα θρίλερ, ειδωλολατρικής εθνογραφίας και παραδοσιακού μιούζικαλ, που αρνείται την εύκολη ταξινόμιση. Καταφέρνοντας να επιτεθεί και να απειλήσει την ρίζα των βαθιά εδραιωμένων πολιτισμικών αξιών και πεποιθήσεων του δυτικού θεατή, και αρνούμενο να του παραχωρήσει οποιοδήποτε "στήριγμα ασφαλείας" κατά την πορεία της αφήγησης (με αποκορύφωμα το μνημειώδες φινάλε), γίνεται μία εμβληματική μελέτη πάνω στον δογματισμό και τη μισαλλοδοξία και ένα από τα πιο ενοχλητικά και απειλητικά φίλμ όλων των εποχών.

Στην σκηνή που επέλεξα διαγράφεται ανάγλυφα και λυρικά ο πυρήνας της δραματικής σύγκρουσης όλου του φιλμ, με τον αστυνομικό να "ιδρώνει πολύ" για να διατηρήσει ανέπαφες τις θρησκευτικές του πεποιθήσεις από την "επίθεση" της πανέμορφης παγανίστριας κόρης του πανδοχέα.

ΟΙ ΔΙΑΚΟΠΕΣ ΤΟΥ ΚΥΡΙΟΥ ΙΛΟ (Les vacances de Monsieur Hulot, 1953)

Ο Ζακ Τατί, σημαντικότερος εκπρόσωπος της μεταπολεμικής γαλλικής κωμωδίας (της βασισμένης κυρίως στην σωματική κίνηση και όχι στον λόγο) και δημιουργός του τύπου του κυρίου Ιλό, ενός ευφάνταστου, ευγενούς, τρυφερού, αλλά εντελώς απροσάρμοστου στην τεχνολογία και στις σύχρονες συνήθειες ανθρωπάκου, με παπιγιόν, πίπα και τρουά καρ παντελόνι, δημιουργεί την δεύτερη ταινία του μεγάλου μήκους με θέμα αυτή τη φορά την πλήξη των διακοπών. Ουσιαστική πλοκή δεν υπάρχει, ούτε λόγια (η ηχητική μπάντα αποκτά όμως τεράστια αξία με τον υπερτονισμό των θορύβων και μεγάλο μέρος της κωμικής αξίας της ταινίας εδράζεται σ'αυτό).

Η ταινία χαρακτηρίζεται από ανεπαίσθητα γκαγκ που μοιάζουν να ξεφυτρώνουν από  την παρατήρηση της καθημερινότητας και όχι από την έμπνευση του κωμωδιογράφου (στην πραγματικότητα δεν συμβαίνει κάτι το ιδιαίτερο, βλέπουμε απλώς ανθρώπους που κάθονται, τρώνε, διαβάζουν και κοιτάζουν γύρω τους αποφασισμένοι να διατηρήσουν την καλή διάθεση των διακοπών), εμπεδώνοντας το δίδαγμα του Μπάστερ Κήτον πως το καθημερινό, απλό και τυχαίο, αυτό δηλαδή που μπορεί να συμβεί σε όλους μας, είναι η κύρια τροφή του γκαγκ και του χιούμορ, αρκεί να το αντιληφθούμε.

PLAY TIME (1967)

Με το "Playtime", ο Ζακ Τατί εφεύρισκε ένα χιούμορ χωρίς κωμικούς διαλόγους, βασισμένο σε αισθητικά γκάγκ και σε θορύβους. Ο Τατί σατιρίζει τη μοντέρνα αρχιτεκτονική και το τουριστικό Παρίσι (το οποίο δεν υπάρχει μέσα στην ταινία, παρά μόνο σε καθρεφτίσματα και αντανακλάσεις των γυάλινων επιφανειών ενός κτιρίου, κάθε φορά που ανοιγοκλείνει η γυάλινη πόρτα του ταξιδιωτικού γραφείου, βλέπουμε να καθρεφτίζεται στιγμιαία πάνω της κι ένα διαφορετικό τουριστικό αξιοθέατο: ο Πύργος του Άιφελ, η Μονμάρτη, η Αψίδα του θριάμβου...), την εισβολή αμερικανικών συνηθειών στη γαλλική κουλτούρα, το νεοπλουτισμό και την επιδειξιομανία, την ροπή του σύγχρονου κόσμου προς την εκζήτηση, διατηρώντας όμως ανέπαφο τον βαθύ ουμανισμό και την τρυφερότητα που πάντα τον χαρακτήριζε.

Όπως και σε άλλες του ταινίες το κωμικό δεν κατασκευάζεται, αλλά φαίνεται να προκύπτει αβίαστα μέσα από καθημερινές συμπτώσεις που όλοι βιώνουμε αλλά δεν παρατηρούμε και για μία ακόμη φορά η δουλειά του με τον ήχο είναι μοναδική. Η τελειομανία του σκηνοθέτη τον ώθησε να χτίσει μια πόλη, πράγμα που τελικά τον οδήγησε στην οικονομική καταστροφή. Αν και η αξία της ταινίας δεν αναγνωρίστηκε στην εποχή της (κυρίως λόγω της αργής αφήγησης και της απουσίας έντονων δραματικών στιγμών), σήμερα θεωρείται ένα αριστούργημα.

Ο ΘΕΙΟΣ ΜΟΥ (Mon oncle, 1958)

Μετά τις "Διακοπές του κυρίου Ιλό" και πριν το "Play time", ο Ζακ Τατί άγγιξε το ζενίθ της δημιουργικότητάς του συμπυκνώνοντας με ευφάνταστο τρόπο, ακρίβεια περιγραφής και λυρικό οίστρο (η σκηνή όπου ανοιγοκλείνει το παράθυρο για να κελαηδίσει το πουλί - δες πρώτο βίντεο - είναι ενδεικτική), όλα τα χαρακτηριστικά του έργου του: την χλευαστική περιγραφή και σάτιρα του μοντέρνου βιομηχανοποιημένου κόσμου της άκρατης τεχνολογικής εξέλιξης και του αυτοματισμού, του αστικού νεοπλουτισμού που κατέκλυσε τη μεταπολεμική Ευρώπη, των συνηθειών και της αισθητικής του σύγχρονου αστού, με βαθύ όμως ουμανισμό και τρυφερότητα.

Ο λόγος είναι ελάχιστος, τα χρώματα αποκτούν συμβολική σημασία (όπως η πλούσια βίλα, οι χρωματικοί όγκοι της οποίας θυμίζουν μοντέρνο πίνακα), η ηχητική μπάντα αποκτά για μία ακόμη φορά τεράστια αξία (οι χτύποι, τα βουητά, τα τριξίματα, οι τσιριχτοί ήχοι των διαφόρων αντικειμένων του Αρπέλ και των μηχανημάτων στο εργοστάσιο - κανείς άλλος σκηνοθέτης δεν δούλεψε ποτέ με την ηχητική μπάντα με τον τρόπο που το έκανε ο Τατί) και για πρώτη φορά στο έργο του παρουσιάζεται με τόση καθαρότητα η διαλεκτική σχέση του παλιού με το καινούριο (από τη μία ο μηχανοποιημένος αστικός κόσμος με τον αυτοματισμό και την ψυχρότητα, από την άλλη η φτωχογειτονιά με τον αυθορμητισμό και την ανθρώπινη ζεστασιά), πυροδοτώντας την νοσταλγία, μια μελαγχολική διάθεση, συνάμα με μια αόριστη αισιοδοξία.


Η ΓΕΦΥΡΑ ΤΟΥ ΠΟΤΑΜΟΥ ΚΒΑΙ (The Bridge on the River Kwai, 1957)

Το αριστουργηματικό έπος του Β' παγκοσμίου πολέμου του Ντέιβιντ Λιν, που τιμήθηκε με επτά Όσκαρ, διαθέτει μια εξαιρετική κεντρική ερμηνεία από τον Άλεκ Γκίνες και ένα μουσικό θέμα που έκανε τους ανθρώπους να το σφυρίζουν σε όλον τον κόσμο. Ο Γκίνες κέρδισε επάξια το Όσκαρ, ως τυπικός αλύγιστος Άγγλος συνταγματάρχης, που παθαίνει ψύχωση με τη γέφυρα, βλέποντας την κατασκευή της τόσο σαν μια ευκαιρία για την τόνωση του ηθικού των αντρών, όσο και σαν μέσο επίδειξης της ανωτερότητας του βρετανικού πνεύματος.

Σε ύφος που θυμίζει το κλασικό πολεμικό δράμα του Ζαν Ρενουάρ "Η μεγάλη χίμαιρα", ο Λιν χρησιμοποιεί τις αλληλεπιδράσεις των τριών βασικών χαρακτήρων - του Γκίνες, του Γιαπωνέζου διοικητή Σέσουε Χαγιακάβα και του Αμερικανού βαριεστημένου ναύτη Γουίλιαμ Χόλντεν - για να παρουσιάσει μια εντυπωσιακή μελέτη πάνω στη ψυχολογία της σύγκρουσης και του καθήκοντος, αναλύοντας τον τρόπο με τον οποίο η πιστή προσήλωση στους κανονισμούς, επισκιάζει συχνά τον ανθρωπισμό και την κοινή λογική. Με εξαιρετικές λήψεις, η ταινία είναι μια εκπληκτική περιπέτεια, μια ασύγκριτη μελέτη ψύχωσης και λανθασμένης αντίληψης του καθήκοντος και πάνω απ'όλα μια συντριπτική καταδίκη του μάταιου πολέμου.

Η ΜΕΓΑΛΗ ΧΙΜΑΙΡΑ (La grande illusion, 1937)

Μαζί με τον "Κανόνα του παιχνιδιού" η καλύτερη ταινία του Ρενουάρ. Ο τίτλος αναφέρεται στη χιμαιρική ελπίδα που αναπτύχθηκε στην διάρκεια του πολέμου, πως είναι δυνατόν να σπάσουν οι ταξικοί φραγμοί και να αναπτυχθεί μια συντροφικότητα μεταξύ των ανθρώπων, πάνω από τάξεις και φύλα (ο γερμανός αξιωματικός επικοινωνεί καλύτερα με τον γάλλο αξιωματικό λόγω της κοινής αριστοκρατικής καταγωγής τους και ο άλλος γάλλος αξιωματικός ομολογεί ότι δεν νοιώθει και τόσο οικεία με τον πρώτο, παρά την κοινή εθνική τους καταγωγή - δες βίντεο). Παρόλα αυτά ο Ρενουάρ φαίνεται να θεωρεί την εθνική συγγένεια ανώτερη της ταξικής (ο γάλλος λοχαγός θυσιάζεται για τους ομοεθνείς του), κάτι που ο γερμανός αξιωματικός αρνείται να αποδεχθεί, εμμένοντας στα ταξικά τους προνόμια.

Γεμάτο από εικόνες με νοήματα - το καρέ ενός παραθύρου του στρατοπέδου, που αντιπροσωπεύει την αίσθηση του "μέσα" (προσαρμογή) και του "έξω" (απόρριψη), ο νάρθηκας λαιμού του Φον Ράουφενστάϊν που τον κάνει επίσης αιχμάλωτο - το φιλμ είναι μια ουμανιστική καταδίκη του πολέμου και κάθε μορφής συνόρων (ταξικών, εθνικών) που χωρίζουν τους ανθρώπους σε αντίπαλα στρατόπεδα. Με πολύπλοκο σενάριο, προσεγμένους διαλόγους, απρόβλεπτο χιούμορ, σκηνοθεσία με βάθος πεδίου, έξοχες ερμηνείες.

Ο ΚΑΝΟΝΑΣ ΤΟΥ ΠΑΙΧΝΙΔΙΟΥ (La règle du jeu / The Rules of the Game, 1939)

Για πολλούς μία από τις δέκα καλύτερες ταινίες στην ιστορία του κινηματογράφου. Ο Ρενουάρ περιγράφει την ταινία του ως "μια ακριβή απεικόνιση της μπουρζουαζίας των καιρών μας", αν και πριμοδοτεί ένα πιο ποιητικό ύφος σε σχέση με το ρεαλισμό των προηγούμενων ταινιών του. Η ιστορία αφορά έναν κόμητα που οργανώνει ένα πάρτι με σκοποβολή για τους φίλους του. Το πάρτι γίνεται το πλαίσιο πολύπλοκων ερωτικών μηχανορραφιών.Τα παιχνίδια που παίζουν οι άνθρωποι στις ερωτικές σχέσεις τους αποκαλύπτονται με μοναδικό τρόπο, με φόντο μια κοινωνία διαιρεμένη από κοινωνικές διακρίσεις. Οι ίντριγκες, ο αμοραλισμός, η υποκρισία και η εξαπάτηση καθορίζουν τις σχέσεις και τις συμπεριφορές των πάντων, όχι μόνο της ανώτερης τάξης αλλά και του υπηρετικού προσωπικού.

Η ταινία αποτέλεσε μεγάλη εμπορική επιτυχία στον καιρό της και μνημονεύθηκε ξανά από τον θεωρητικό Αντρέ Μπαζέν, ο οποίος την θεώρησε μαζί με τον "Πολίτη Κέην" του Ουέλς τους προδρόμους του μοντέρνου κινηματογράφου (κυρίως λόγω της χρήσης του "βάθους πεδίου", το σημαντικότερο χαρακτηριστικό της σκηνοθεσίας του Ρενουάρ). Το εντός και εκτός κάδρου, η μοναδική χρήση του βάθους πεδίου, τα εξαιρετικά τράβελινγκ, τα περίπλοκα μονοπλάνα αλλά και το κοφτερό μοντάζ, η ταυτόχρονη δράση πολλών χαρακτήρων σε πρώτο πλάνο και στο φόντο (πρόκειται για ένα φιλμ όπου σχεδόν όλοι οι συμμετέχοντες πρωταγωνιστούν), τα σκηνικά, η μουσική και τα κοστούμια ενορχηστρώνονται σε ένα ρευστό, παλλόμενο κινηματογραφικό σύμπαν.

Η συντονισμένη ροπή μπουρζουαζίας και προλεταριάτου προς τη διαφθορά και το ανούσιο καταδεικνύεται αλληγορικά στην σκηνή που επέλεξα, όπου οι μεν βοηθούν τους δε στο κυνήγι των λαγών, μια προφητική προεικόνιση των εκατομμυρίων αθώων θυμάτων που θα φέρει ο επικείμενος δεύτερος παγκόσμιος πόλεμος.

ΖΥΛ ΚΑΙ ΤΖΙΜ (Jules et Jim, 1962)

Μια από τις σημαντικότερες ταινίες της "νουβέλ βαγκ", που τοποθέτησε τον Τρυφώ στο πάνθεο των μεγάλων δημιουργών και για την οποία ο Αμερικανός θεωρητικός Andrew Sarris έγραψε: "είναι μία από τις πιο σπάνιες ταινίες, ένα αυθεντικό ρομαντικό έργο.Βιάζομαι να προσθέσω ότι δεν εννοώ ρομαντικό με την έννοια ότι παίζουν τσιγγάνικα βιολιά, ή ότι επικρατεί η άποψη της ζωής μέσα από ροζ φίλτρα. Αντίθετα το "Ζύλ και Τζίμ" εκφράζει μια σκληρή οπτική του έρωτα, σαν ένα πόλεμο σε ιδιωτικό επίπεδο, με τις αντίθετες παρατάξεις να συγκρούονται έξω από τους νόμους και τους κανόνες της κοινωνίας". 

Παρά τη χρονική περίοδο στην οποία αναφέρεται η ιστορία (το μποέμικο Παρίσι στα χρόνια γύρω από τον Α' Παγκόσμιο Πόλεμο), η ατμόσφαιρα και οι ευαισθησίες της θυμίζουν τη δεκαετία του '60, με τη μελέτη ενός ερωτικού τριγώνου ανάμεσα στον συγκρατημένο Γερμανό Ζιλ, τον ραφιναρισμένο Παριζιάνο Τζιμ και τη γυναίκα που αγαπούν και οι δυο: την πεισματάρα, αινιγματική Κατρίν. Κινηματογραφώντας με έμπνευση και χρησιμοποιώντας όλες τις τεχνικές δυνατότητες του κινηματογράφου - στριφογυριστές κινήσεις της κάμερας, τζαμπ - κατ, παγωμένα καρέ, λήψεις από γερανό, ένθεση καρέ αρχείου, κ.α. ο Τρυφό μας προσφέρει μια γνήσια ρομαντική ταινία.

Η ΕΞΑΦΑΝΙΣΗ ΤΗΣ ΚΥΡΙΑΣ (The Lady Vanishes, 1938)

Μαζί με τα "39 σκαλοπάτια", οι δυο καλύτερες ταινίες της αγγλικής περιόδου του Χίτσκοκ. Ένα θρίλερ κατασκοπίας με κύριο πρωταγωνιστή...ένα τρένο και φορέα του μυστικού και του σασπένς μια μελωδία που κρύβει...στρατιωτικά απόρρητα. Δεν πρόκειται όμως μόνο για ένα αξεπέραστο θρίλερ, αλλά και για μια ταινία γεμάτη χιούμορ και αλησμόνητες σκηνές, όπως η δολοφονία του νυχτερινού τροβαδούρου, η πάλη με τον ταχυδακτυλουργό μέσα στο τραίνο, η ανεύρεση της Μίς Φρόυ, κ.α. Μεγάλο μέρος της επιτυχίας της οφείλεται και στην δημιουργική αξιοποίηση των δευτερεόντων χαρακτήρων (το ζευγάρι των τυπικών εγγλέζων τζέντλεμεν). Η ταινία γνώρισε διεθνή επιτυχία και ήταν το διαβατήριο του Χίτσκοκ για το Χόλιγουντ.

ΤΟ ΚΕΝΤΡΙ (The Sting, 1973)

Μετά το γουέστερν "Οι δύο ληστές"(1969) που για πρώτη φορά ο Τζορτζ Ρόι Χιλ σκηνοθέτησε τους Ρόμπερτ Ρέντφορντ και Πολ Νιούμαν, ακολουθεί "Το κεντρί", όπου οι δύο μεγάλοι σταρ ξαναβρίσκονται μαζί.. Η δράση τοποθετείται στο Σικάγο την εποχή μετά την Μεγάλη Ύφεση. Ο Χένρι Γκόντφορντ και ο Τζον Χούκερ, είναι δύο φιλόδοξοι κομπιναδόροι. Όταν όμως ο μαφιόζος Ντόιλ Λόνεγκαν σκοτώνει έναν από τους φίλους τους, οι δύο άντρες αποφασίζουν να εκδικηθούν, με τη βοήθεια ανθρώπων του υπόκοσμου. 

Η ταινία είναι ο ορισμός του καλού διασκεδαστικού σινεμά, αυτού που δεν έχει ιδιαίτερες καλλιτεχνικές βλέψεις και που γίνεται αποκλειστικά για να διασκεδάσει τους θεατές, χωρίς όμως να αδιαφορεί για την ποιότητα (το ένα δεν αναιρεί το άλλο, και για την διασκεδαστική πλευρά του κινηματογράφου, υπάρχουν απαιτήσεις για ποιότητα). Ευφυέστατο σενάριο με πολλές ανατροπές που κρατούν αμείωτο το ενδιαφέρον, αποτελεσματική σκηνοθεσία και μοντάζ με αναφορές στην αισθητική του βωβού, η κατάλληλη ταινία για ένα ευχάριστο δίωρο.

Ο ΛΩΡΕΝΣ ΤΗΣ ΑΡΑΒΙΑΣ (Lawrence of Arabia, 1962)

Το εντυπωσιακό έπος του Ντέιβιντ Λιν, μετά την επιτυχία της "Γέφυρας του ποταμού Κβάι", βασισμένο στη βιογραφία του Τ.Ε.Λόρενς, το οποίο κέρδισε επτά Όσκαρ - ανάμεσά τους τα βραβεία καλύτερης ταινίας και σκηνοθεσίας. Μολονότι μερικοί κριτικοί το κετέκριναν ως υπερβολικά ρομαντικό και με τάσεις εντυπωσιασμού, το σενάριο του Ρόμπερτ Μπόλτ περιγράφει καθαρά την πολύπλοκη πολιτική του αραβικού κοινού μετώπου εναντίον των Τούρκων στον Α' Παγκόσμιο Πόλεμο, ενώ παράλληλα διαθέτει ισχυρές δραματικές συγκρούσεις και δυνατούς χαρακτήρες. Εντυπωσιακό μοντάζ και μουσική υπόκρουση, εκπληκτικές ερμηνείες, κυρίως από τον 28χρονο Πίτερ Ο'Τούλ.

ΟΙ ΑΝΘΡΩΠΟΙ ΤΟΥ ΤΡΟΜΟΥ (Invasion of the Body Snatchers, 1956)

Από τις πιο δημοφιλείς και παρανοϊκές ταινίες του αμερικάνικου κινηματογράφου επιστημονικής φαντασίας. Την απουσία ειδικών εφέ (λόγω έλλειψης χρημάτων), αντισταθμίζουν η ευφυϊα και η φαντασία. Ο Ντον Σίγκελ, βασιλιάς των σκηνοθετών φιλμ επιστημονικής φαντασίας δεύτερης διαλογής, δημιούργησε την πρωτότυπη (και καλύτερη) μεταφορά του βιβλίου του Τζακ Φίνεϊ, όπου οι κάτοικοι της Καλιφόρνια, καταλαμβάνονται απο παρασιτικούς εξωγήινους, οι οποίοι αντικαθιστούν τα σώματα των ανθρώπων την ώρα που κοιμούνται, με ομοιόματα χωρίς ψυχή και συναισθήματα.

Ο Κέβιν Μακάρθι πρωταγωνιστεί ως γιατρός που προσπαθεί να σώσει την Αμερική απο τους εξωγήινους οι οποίοι "κλέβουν" τα σώματα των κατοίκων. Η ταινία κινείται σε ατμόσφαιρα αυξανόμενης παράνοιας, που αντικατοπτρίζει την ανησυχία των Αμερικανών για τις διώξεις κομμουνιστών και υποτιθέμενων συνεργατών τους από τον γερουσιαστή Τζόζεφ Μακάρθι (ταιριαστή συνωνυμία με το αληθινό όνομα του πρωταγωνιστή), ενώ μπορεί να θεωρηθεί επίσης ως αλληγορία του Ψυχρού πολέμου. Ο Φίλιπ Κάουφμαν γύρισε ένα πολύ ενδιαφέρον ριμέικ το 1978 με τίτλο "Μακάβρια εισβολή".

ΜΕΓΑΛΕΣ ΠΡΟΣΔΟΚΙΕΣ (Great Expectations, 1946)

Μετά την "Σύντομη συνάντηση" και το "Πονηρό πνεύμα", ο Ντέηβιντ Λίν γύρισε τις "Μεγάλες προσδοκίες", διασκευή του ομώνυμου λογοτεχνικού αριστουργήματος του Ντίκενς, με αξιοθαύμαστα αποτελέσματα. Θεωρείται η καλύτερη μεταφορά λογοτεχνικού έργου στον κινηματογράφο, ενώ βρίσκεται στην 5η θέση της λίστας των καλύτερων βρετανικών ταινιών του Βρετανικού Ινστιτούτου Κινηματογράφου. Ο Λιν διερευνά και εκμεταλλεύεται την τεράστια συναισθηματική δύναμη της ιστορίας, δημιουργώντας μια ατμόσφαιρα που υποβάλλει τον θεατή και έχει κοινά στοιχεία με πολλές ταινίες τρόμου.

ΕΝΑΣ ΑΜΕΡΙΚΑΝΟΣ ΦΙΛΟΣ (Der Amerikanische Freund / The American Friend, 1977)

Ένας Αμερικανός πηγαίνει στην Ευρώπη και παρασύρει έναν κορνιζοποιό από το Αμβούργο που κατέχεται από μία ανίατη ασθένεια, να διαπράξει ένα φόνο. Η αμοιβή που του υπόσχεται θα βοηθήσει την οικογένειά του όταν αυτός θά'χει πεθάνει.Στην πιο γόνιμη περίοδό του (δεκαετία του '70) ο Βέντερς μεταφέρει στην οθόνη ένα μυθιστόρημα της Πατρίτσια Χάισμιθ, αποτίοντας φόρο τιμής τόσο στην ανδρική φιλία, όσο και στους αμερικανούς δασκάλους του, Χάουαρντ Χόκς και Μπάντ Μπέτισερ.

Η ταινία "ένα διαρκές παιχνίδι των ηρώων με το θάνατο και το χρόνο"(Β.Ραφαηλίδης), εξιστορεί τη "θανατερή φιλία" δύο ανδρών, ενός καταδικασμένου σε θάνατο εξαιτίας ανίατης ασθένειας κι ενός "αμερικανού φίλου" που έχει καταδικάσει ο ίδιος τον εαυτό του σε θάνατο, προετοιμάζοντας την αυτοκτονία του. Επιδέξια σκιαγράφηση, του φόβου, του φθόνου, της καχυποψίας και τέλος της φιλίας των δύο αντρών. Πρωταγωνιστικό ρόλο παίζει επίσης και το χρώμα και θεωρήθηκε μία από τις σημαντικότερες ταινίες στην ιστορία του κινηματογράφου, στην λειτουργική χρήση του χρώματος.

ΧΙΡΟΣΙΜΑ ΑΓΑΠΗ ΜΟΥ (Hiroshima mon amour, 1959)

Μια Γαλλίδα ηθοποιός γνωρίζει ένα Ιάπωνα αρχιτέκτονα στη Χιροσίμα και ζει για 24 ώρες έναν τρελό έρωτα μαζί του. Για την ηρωίδα του Ρενέ, ο έρωτας είναι ενιαίος και αδιαίρετος. Η νέα σχέση που ταράζει τη ζωή της ανακαλεί εικόνες από την ερωτική της ιστορία μ'ένα Γερμανό στρατιώτη στη διάρκεια του Β' Παγκοσμίου Πολέμου, στη πόλη Νεβέρ. Το παρελθόν της ηρωίδας συναντά το παρελθόν της Χιροσίμα: η πόλη βιώνει το τραύμα του πυρηνικού ολέθρου, η ηρωίδα κουβαλάει την τραυματική εμπειρία ενός έρωτα που διακόπηκε βίαια στο παρελθόν.

Οι εικόνες της νυχτερινής Χιροσίμα, τα φρικιαστικά επίκαιρα με τα θύματα της βόμβας, οι πανέμορφες ερωτικές σκηνές, οι λογοτεχνικοί διάλογοι της Μαργκαρίτ Ντυράς, τα περάσματα του χρόνου από το παρόν στο παρελθόν με φλας - μπακ (τούτη η ιδιοφυής σύνδεση του ατομικού και συλλογικού δράματος), η ανεξαρτοποίηση της ηχητικής μπάντας από την εικόνα και τις καθαρά αφηγηματικές λειτουργίες, δημιουργούν μία οπτικοακουστική σύνθεση σε λυρισμό και δραματική δύναμη, που κάνουν την ταινία ένα καθαρό αριστούργημα, οι μορφικές καινοτομίες της οποίας κάλλιστα συγκρίνονται με αυτές του "Πολίτη Κέιν". Μαζί με το "Κομμένη την ανάσα" του Γκοντάρ, το "Χιροσίμα αγάπη μου" αποτελεί το σημείο τομής του σύγχρονου, μοντέρνου σινεμά.

ΜΠΛΕ ΒΕΛΟΥΔΟ (Blue Velvet, 1986)

Από τα πιο προκλητικά φιλμ του Ντέιβιντ Λιντς, μια στιλάτη και τολμηρή παρουσίαση της σκληρότητας και της διαστροφής που κρύβονται κάτω από την επιφανειακά ήσυχη μέση αμερικάνικη κοινωνία, συγκεκριμένα του Λάμπερτον, ενός όμορφου και ειρηνικού τόπου με ασπροβαμμένους φράκτες και προσεκτικά κουρεμένο γκαζόν. Κάτω από την επιφάνεια ωστόσο, βρίσκεται μια σκοτεινή καρδιά, κάτι που φαίνεται από την αρχή της ταινίας, όταν σε ένα γκαζόν αποκαλύπτεται ένα κομμένο αυτί. 

Επιφανειακά το φιλμ λειτουργεί σαν παραδοσιακό θρίλερ που ακολουθεί πιστά τους κανόνες της αστυνομικής ιστορίας, προσφέροντας τα κλασικά τεχνάσματα, αλλά ο Λιντς ενδιαφέρεται περισσότερο να παρουσιάσει την ταινία ως παραβολή του καλού εναντίον του κακού και να ανοίξει καινούριους ορίζοντες, σπρώχνοντας ένα συμβατικό φιλμ προς την κατεύθυνση του σουρεαλισμού. Ο Χόπερ σε μία από τις καλύτερες ερμηνείες της καριέρας του, καταφέρνει να αποδώσει ένα πραγματικά δαιμονικό χαρακτήρα, χωρίς να καταλήξει σε παρωδία. 

Ο ΣΤΟΙΧΕΙΩΜΕΝΟΣ ΠΥΡΓΟΣ (The Haunting, 1963)

Ένας ανθρωπολόγος δημιουργεί μία ομάδα για να ερευνήσουν τα μεταφυσικά φαινόμενα που λαμβάνουν χώρα σ'έναν γοτθικό πύργο. Θέλοντας ν'αποτίσει φόρο τιμής στον μέντορά του Val Lewton, ο Wise καταφέρνει να δημιουργήσει μία από τις πιο σημαντικές ταινίες τρόμου όλων των εποχών και ακολουθώντας τις βασικές αισθητικές επιταγές της σχολής του υπαινικτικού και ποιητικού τρόμου (εκεί όπου αρίστευσε ο Τουρνέρ), αφήνει εκτός κάδρου το κακό, αρκούμενος αποκλειστικά στο να το υπαινίσσεται (χωρίς ποτέ να το αποσαφηνίζει).

Ο παραλληλισμός του χώρου και των όσων συμβαίνουν εκεί με την ψυχή και τα τραύματα της ηρωίδας (λες και ο χώρος είναι προβολή του υποσυνειδήτου της) είναι ένα επιπρόσθετο στοιχείο που αναπτύσσει το διφορούμενο και μεγεθύνει την ένταση και το ενδιαφέρον του φιλμ. Έξοχη χρησιμοποίηση κεκλιμένων πλάνων, off απόκοσμοι ήχοι, ευρυγώνιοι φακοί που παραμορφώνουν την εικόνα, αντικατοπτρισμοί, καλό μοντάζ, συμβάλλουν στην δημουργία της κατάλληλης ατμόσφαιρας.

Ο ΚΑΤΑΔΙΚΑΣΜΕΝΟΣ (Ikiru 1952)

Τα έργα του Κουροσάβα μπορούν να χωριστούν σε δυο μεγάλες κατηγορίες. Στις ιστορικές ταινίες και τα μεγάλα έπη από την μία (π.χ. "Ραν") και στα πιο καθημερινά κοινωνικά δράματα από την άλλη. Από τις καλύτερες ταινίες αυτής της κατηγορίας είναι "Ο καταδικασμένος". Ένας στερημένος από χαρές δημόσιος υπάλληλος, πληροφορούμενος ότι θα πεθάνει από καρκίνο, προσπαθεί να ζήσει κάποιες εφήμερες απολαύσεις, αλλά τελικά αφιερώνει τις τελευταίες ημέρες του σ'ένα κοινωνικό έργο. Στην κηδεία του οι συνάδελφοί του τον κρίνουν διαφορετικά κι όπως στο Ρασομόν η αλήθεια αποδεικνύεται σχετική, αφού ο καθένας έχει τη δική του άποψη για την πραγματικότητα.

Ο Κουροσάβα διαιρεί την ταινία σε δύο βασικές ενότητες (οι απελπισμένες ενέργειες του ήρωα να απολαύσει τις ηδονές της ζωής και η μεγάλη συζήτηση στην κηδεία του με συνεχή φλας μπακ), κάνει χρήση πλάνων σεκάνς, ενσωματώνει επιρροές από τον γερμανικό εξπρεσιονισμό, το κάμερσπιλ και τον ιταλικό νεορεαλισμό, ενώ το μοντάζ και η χρήση των φλας μπακ είναι υποδειγματικά.

Στην σκηνή που επέλεξα, ο ήρωάς παίρνει τελικά την μεγάλη απόφαση να δώσει όλο του τον εαυτό στην υλοποίηση ενός κοινωνικού έργου και είναι πανέξυπνος ο τρόπος που ο Κουροσάβα επιλέγει να μας δείξει την σημασία αυτής της απόφασης για την ψυχολογία του: Όλοι οι θαμώνες του μαγαζιού συγκεντρώνονται για να τραγουδήσουν το "Happy birthday" σε κάποια γυναίκα που έχει τα γενέθλιά της και η γωνία λήψης με το καδράρισμα που επιλέγει ο σκηνοθέτης (αλλά και με το τραγούδι που συνεχίζει ν'ακούγεται μέχρι τέλους), μας κάνουν να πιστεύουμε ότι αφορά αυτόν.

ΑΤΙΘΑΣΗ ΚΑΡΔΙΑ (Wild at Heart, 1990)

"Όλος ο κόσμος έχει ατίθαση καρδιά κάτω από τη λογική του εμφάνιση" λέει η Λόνα Ντερν σε μία από τις ήρεμες στιγμές της εξαιρετικής αυτής ταινίας, που τιμήθηκε με το Χρυσό Φοίνικα, στο Φεστιβάλ Καννών. Υπάρχει πράγματι κάτι εκτός ελέγχου στο φιλμ, που στέλνει του εραστές Σέιλορ (Νίκολας Κέιτζ) και Λούλα (Ντερν) σε μια σουρεαλιστική χώρα του "Οζ", όπου κατοικούν δολοφόνοι, βασίλισσες του βουντού, ημιθανή θύματα τροχαίων, παλαβοί πρώην πεζοναύτες και παρανοικά ξαδέρφια που έχουν ψύχωση με τις κατσαρίδες.

Το φίλμ είναι κάτι περισσότερο από την τυπική ιστορία ενός ζευγαριού που το σκάει για να ξεφύγει από κάτι (εδώ από την καταπιεστική μητέρα της Λούλα): καταγράφει την κουλτούρα της αμφεταμίνης, που δοξάζει από τον "Μάγο του Οζ", μέχρι τις μπαλάντες του Έλβις Πρίσλεϊ. Το φιλμ χώρισε τους κριτικούς σε δύο στρατόπεδα - σε εκείνους που το επαίνεσαν και σε εκείνους που το χαρακτήρισαν ως κυνικό θρίαμβο της αισθητικής επί της ουσίας. Ωστόσο είναι αδύνατο να αγνοήσεις τη δεξιοτεχνική σκηνοθεσία του Λίντς και τη χρήση στοιχείων κωμωδίας, πάθους και βίας με αριστοτεχνικό τρόπο.

ΟΙ ΕΦΤΑ ΣΑΜΟΥΡΑΙ (Shichinin no samurai / Seven Samurai, 1954)

Επηρεασμένος από τα γουέστερν του Τζόν Φορντ, ο Κουροσάβα μεταφέρει την Άγρια Δύση και ένα κομμάτι της γουέστερν μυθολογίας της σε ένα ιαπωνικό χωριό του 16ου αιώνα, συνθέτοντας ένα συναρπαστικό μεσαιωνικό δράμα, γύρω από την τιμή και τον ηθικό κώδικα των σαμουράϊ. Το έπος, ο λυρισμός και ο ουμανισμός πάνε χέρι χέρι και συνθέτουν ένα αξεπέραστο αριστούργημα, που ενέπνευσε το κλασικό αμερικάνικο γουέστερν του Τζον Στέρτζες "Και οι εφτά ήταν υπέροχοι". 

Στην κορύφωση της ταινίας οι σαμουράι και οι χωρικοί σκοτώνουν τους ληστές, σε αξέχαστες σκηνές μαχών με πρωταγωνιστές τη λάσπη και τη βροχή. Οι σκηνές αυτές έρχονται σε αντίθεση με το μέχρι τότε αργό - αλλά εξίσου ενδιαφέροντα - ρυθμό του φιλμ, όπου ο κάθε σαμουράι πραουσιάζεται με τη σειρά του στους θεατές, παρουσιάζοντας το χαρακτήρα του με κοφτό, λακωνικό τρόπο (εξάλλου ένα από τα βασικά χαρακτηριστικά των ταινιών του Κουροσάβα είναι η διαλεκτική σχέση που αναπτύσσεται ανάμεσα στην υπερβολική βία ή το πάθος από τη μια μερια και τις στιγμές στατικότητας και περιορισμένης έντασης από την άλλη).

ΕΝΑΣ ΚΑΤΑΔΙΚΑΣΜΕΝΟΣ ΣΕ ΘΑΝΑΤΟ ΔΡΑΠΕΤΕΥΣΕ (A Man Escaped, 1956)

Βασισμένο σε μια πραγματική ιστορία, το φιλμ του Ρομπέρ Μπρεσόν, αναλύει με παθολογική εμμονή, τις λεπτομέρειες γύρω από την απόδραση ενός αιχμαλώτου πολέμου από φυλακή της Γκεστάπο. Η υπαινικτική - και όχι απλώς συνοδευτική (όπως στις προηγούμενες ταινίες του σκηνοθέτη) - χρήση της μουσικής , η σοφή χρήση των φυσικών ήχων εκτός κάδρου (οι τουφεκισμοί που μας πληροφορούν για τις εκτελέσεις των άλλων φυλακισμένων, ο ήχος του κλειδιού πάνω στη σκάλα που προειδοποιεί για τον φύλακα που πλησιάζει, η καμπάνα της εκκλησίας που λέει την ώρα, κ.α), η ιδιοφυής απόδοση της έντασης του περιοριστικού χώρου της φυλακής με κοντινά πλάνα των χαρακτήρων και με παρεμβολή γκρο πλάνων μεγάλης διάρκειας, η μετάθεση του ενδιαφέροντος από την αγωνία της απόδρασης στην γοητεία των μέσων πραγματοποίησης αυτής της απόδρασης (η επιμέλεια των υλικών απόδρασης συμπαραδηλώνει την επιμέλεια της ψυχής) και η χρησιμοποίηση ερασιτεχνών ηθοποιών, είναι τα σημαντικότερα χαρακτηριστικά αυτής της θρησκευτικής αλληγορίας.

ΣΤΗΝ ΤΥΧΗ Ο ΜΠΑΛΤΑΖΑΡ (Au Hasard Balthazar, 1966)

Ο Μπαλταζάρ είναι ένα μικρό γαιδούρι που αλλάζει διαρκώς ιδιοκτήτη και στην πορεία βιώνει και παρατηρεί όλες τις εκφάνσεις του καλού και του κακού στους ανθρώπους. Η σκληρή και θλιβερή ζώη του, καθώς πέφτει συχνά θύμα κακομεταχείρησης, παραλληλίζεται μ'εκείνη της Μαρί, μιας συνεσταλμένης νεαρής γυναίκας που σχετίζεται μ'ένα σκληρό και σαδιστή άντρα, ο οποίος τελικά την εγκαταλείπει. Η προτελευταία ασπρόμαυρη ταινία του Μπρεσσόν, είναι μια σπουδή στην αγιότητα, μια ιστορία πόνου και μοχθηρίας, μια αυστηρή ματιά στην ορμέμφυτη σκληρότητα και τις καταστροφικές τάσεις του ανθρώπου. 

Χρησιμοποιώντας τον ομώνυμο γάιδαρο ως σύμβολο αγνότητας, αρετής και σωτηρίας και δίνοντας στην ταινία του μια απλή αλλά αποτελεσμτατική δομή σε μορφή επεισοδίων, ο Μπρεσσόν επενδύει την ταινία με μια εντυπωσιακή ένταση που υπογραμμίζεται από την αυστηρή αισθητική του. Ο διάσημος κριτικός Anrew Sarris έγραψε: "Η ταινία στέκεται μόνη, πάνω απ'όλες τις επιβλητικές κορυφές των συναισθηματικών εμπειριών που πηγάζουν από την τέχνη" και ο Godart προσθέτει: "σ'αυτήν περιέχεται στ'αλήθεια ο κόσμος σε μιάμιση ώρα - όλος ο κόσμος, από την παιδική ηλικία ως τον θάνατο".

ΘΥΕΛΛΑ ΣΕ ΜΗΤΡΙΚΗ ΚΑΡΔΙΑ (Mildred Pierce, 1945)

Παρότι η πλοκή της θυμίζει σήμερα επεισόδιο από τηλεοπτική σαπουνόπερα (μια ζωντοχήρα με δυο παιδιά καταφέρνει από γκαρσόνα ν'αποκτήσει αλυσίδα εστιατορίων, για να παντρευτεί τελικά ένα πλειμπόι που θα έχει δεσμό και με τη μεγαλύτερη κόρη της), εντούτοις η κριτική κοινωνική ματιά στα ιδανικά της εποχής, όπως η μητρική αφοσίωση και άλλες παραδοσιακές αξίες, οι κυνικοί και κοφτεροί διάλογοι, η έξοχη σκιαγράφηση του πορτρέτου της ηρωίδας, οι υπέροχες ερμηνείες και η υποδειγματική χρήση του φλας μπακ, καθιστούν αυτήν την ταινία ένα από τα καλύτερα κοινωνικά - νουάρ του Χόλιγουντ.

ΠΕΡΠΑΤΗΣΑ Μ'ΕΝΑ ΖΟΜΠΙ (I Walked with a Zombie, 1943)

Η νοσοκόμα Μπέτσι Κόνελ, ταξιδεύει στην Καραϊβική για να φροντίσει τη σύζυγο του Πολ Χόλαντ. Αρχικά, ελάχιστα πιστεύει πως η ασθενής βρίσκεται σε κώμα, αλλά στην πορεία της ταινίας προσπαθεί να την επαναφέρει στη ζωή με θεραπευτικές τελετές μαύρης μαγείας.

Μία συνεργασία του ειδικευμένου, στα χαμηλού προυπολογισμού φιλμ από το χώρο του φανταστικού, παραγωγού Βαλ Λιούτον και του σκηνοθέτη Ζακ Τουρνέρ, γέννησε ένα από τα πιο αντιπροσωπευτικά δείγματα της λεγόμενης σχολής του υπαινικτικού ή ποιητικού τρόμου: η δράση διεξάγεται ως επί το πλείστον στην σύγχρονη εποχή, ο νεορομαντισμός αντικαθιστά τη γοτθική ατμόσφαιρα των ανάλογων ταινιών του '30, η ψυχανάλυση υποκαθιστά το θρησκευτικό μανιχαϊσμό, οι μυθοπλασίες παίζουν με την αμφιβολία και το διφορούμενο, μα πάνω απ'όλα ο τρόμος εσωτερικοποιείται, γίνεται υπαινικτικός κι ενώ βλέπουμε τα αποτελέσματα που προκαλεί στα θύματά του δεν έχει αναγκαστικά οπτική υπόσταση στην οθόνη.

Δίκαια ο Τουρνέρ θεωρήθηκε ο δάσκαλος του υπαινικτικού τρόμου αφού ήταν ο πρώτος που συνειδητοποίησε πως εκείνο που μας τρομάζει περισσότερο είναι αυτό που υπονοείται, παρά αυτό που βλέπουμε. Το βαθιά λυρικό, ρομαντικό και υποβλητικό ύφος του παραμένει υποδειγματικό.

Ο ΚΟΜΦΟΡΜΙΣΤΑΣ (Il Conformista / The Conformist, 1970)

Βασισμένη στο μυθιστόρημα του Αλμπέρτο Μοράβια, είναι μια δυναμική μελέτη του Ιταλού σκηνοθέτη πάνω στη ψυχο-σεξουαλική αποσύνθεση ενός άντρα στην Ιταλία της δεκαετίας του '30, που περνά τη ζωή του προσπαθώντας να ζήσει όσο πιο συμβατικά μπορεί, για να ξεχάσει μια παιδική σεξουαλική εμπειρία με έναν ενήλικα. Κρύβει την ομοφυλοφιλία του και προσφέρεται να παίξει το ρόλο του κατασκόπου για τους φασίστες. 

Πρόκειται για το αριστούργμα του Μπερτολούτσι, με συναισθήματα και πάθη, που ξεχειλίζουν μέσα από την υψηλή αισθητική του σκηνοθέτη. Η αλλόκοτη ιστορία ξετυλίγεται σε διάφορες σκηνές, διανθισμένες με διάκοσμο Αρ Ντεκό, δεξιοτεχνικές κινήσεις της κάμερας, εμπνευσμένα καδραρίσματα. Στον καλύτερο ίσως ρόλο της καριέρας του ο Ζαν Λουί Ντρεντινιάν μας αφήνει άφωνους με την ερμηνεία του, ενώ εντυπωσιακή είναι και η δουλειά δύο μεγάλων του κινηματογράφου, του διευθυντή φωτογραφίας Βιτόριο Στοράρο και του σκηνογράφου Φερντινάτσο Σκαρφιότι. Σινεμά υψηλής αισθητικής αξίας και εμβριθούς φιλοσοφικού στοχασμού.

Η ΣΚΥΛΑ (Scarlet Street, 1945)

Ένα ριμέικ μιας παλιότερης ταινίας του Ζαν Ρενουάρ, γυρισμένο από τον μεγάλο Φρίτς Λανγκ. Ένας ταμίας παντρεμένος με μια μέγαιρα, τα φτιάχνει με μια γυναίκα ελευθέρων ηθών την οποία και κάνει διάσημη, γιατί της επιτρέπει να οικειοποιηθεί την υπογραφή των πινάκων του (είναι ερασιτέχνης ζωγράφος). Όταν όμως εκείνη τον απατά, την σκοτώνει και αφήνει τον αντεραστή του να πεθάνει στην ηλεκτρική καρέκλα, κατηγορούμενος για το φόνο της.

Ότι δηλαδή δεν είχε τολμήσει να κάνει ο Σπένσερ Τρέισι στο "Νέμεση" (σε μια άλλη ταινία της αμερικάνικης περιόδου του Λανγκ), το κάνει επιτέλους ο Έντουαρντ Ρόμπινσον εδώ και μάλιστα με μια κυνική ευδαιμονία, που σόκαρε το Χόλιγουντ της εποχής. Και επειδή η Σκύλα είναι η πρώτη αμερικάνικη ταινία όπου ένα έγκλημα παραμένει ατιμώρητο, ο Λανγκ υποχρεώθηκε να προσθέσει ένα ηθικοπλαστικό φινάλε, το οποίο όμως δε μειώνει καθόλου τον αμοραλισμό της ταινίας.

ΝΕΜΕΣΙΣ (Fury, 1936)

Το συναρπαστικό ντεπούτο του μεγάλου Γερμανού σκηνοθέτη, μετά τον εξοστρακισμό του από την ναζιστική Γερμανία και την άφιξή του στην Αμερική. Αν και έχει ως βασική του αναφορά την καταγγελία του λιντσαρίσματος (φαινόμενο αρκετά συχνό στην Αμερική του '30), αυτό που κυρίως ενδιαφέρει τον Λανγκ είναι να δείξει τις διαδικασίες που οδηγούν ένα φιλήσυχο άτομο στο να περάσει από την άλλη πλευρά, να βγάλει στην επιφάνεια τον σκοτεινό κόσμο των ενστίκτων του και τυφλωμένος από την εκδικητική του μανία να ταυτιστεί με τους παρολίγο δήμιούς του.

Το άψογο σενάριο, η επιβλητική ατμόσφαιρα και η πρωτοποριακή χρήση κινηματογραφικών επικαίρων συνθέτουν μία σπουδαία ταινία - την καλύτερη της αμερικάνικης περιόδου του Λάνγκ - που έκανε τον Γκράχαμ Γκριν, λίγο αργότερα, να δηλώσει: "Είναι το μόνο φιλμ στο οποίο θα ήθελα να αποδώσω το χαρακτηρισμό μεγάλο".



ΑΝΟΙΞΗ, ΚΑΛΟΚΑΙΡΙ, ΦΘΙΝΟΠΩΡΟ, ΧΕΙΜΩΝΑΣ ΚΑΙ ΑΝΟΙΞΗ (Spring, Summer, Fall, Winter and Spring, 2003)

Με μια εκπληκτική λιτότητα στα εκφραστικά του μέσα και στην πλοκή (χαρακτηριστικά όλου του έργου του) Ο Κιμ Κι Ντουκ αφήνει εδώ τις περιπλοκές της ζωής πέρα από τα βουνά και επικεντρώνεται στο ουσιώδες. Δεν ενδιαφέρεται να καταγράψει τις περιπέτειες και τις διαδρομές μιας συγκεκριμένης επιθυμίας ανάμεσα σε ανθρώπους και αντικείμενα, νοιάζεται μονάχα να καταγράψει με αφαιρετικό τρόπο την επιθυμία γενικότερα και να στοχαστεί στη φύση της.

Ελάχιστοι διάλογοι, απέραντες εκφραστικές σιωπές, εκόνες εκθαμβωτικές που μας μεταφέρουν την αίσθηση της αδιατάρακτης γαλήνης της Φύσης, σε αντιδιαστολή με το τρικύμισμα της ψυχής του ήρωα, (έξοχα κινηματογραφημένη αυτή η σχέση), πλάνα σταθερά με συμμετρικά καδραρίσματα που υποβάλλουν την αιωνιότητα και την ισορροπία αντίστοιχα, επαναλαμβανόμενα μοτίβα (όπως οι πόρτες που ανοίγουν), που μας υπενθυμίζουν την ρυθμικότητα της Ζωής, όλα συμβάλλουν στη δημιουργία μιας "ζεν" ατμόσφαιρας με ιδιαίτερο ρυθμό, που είτε σε συνεπαίρνει μονομιάς, είτε σ'αφήνει οριστικά "απ΄'εξω".

Ο ΘΡΟΝΟΣ ΤΟΥ ΑΙΜΑΤΟΣ (Throne of Blood, 1957)

Μια εντυπωσιακή μεταφορά του σαιξπηρικού "Μάκβεθ" στον ιαπωνικό μεσαίωνα. Η ακόρεστη δίψα για δύναμη και εξουσία και οι αυτοκαταστροφικές τάσεις του ανθρώπου, ταιριάζουν απόλυτα με τη γενικότερη θεματική του Κουροσάβα, κάτι που θα φανεί ακόμα καλύτερα στο Ραν. Η ταινία στηρίζεται σκηνοθετικά στην αντίθεση ανάμεσα σε σκηνές βίαιης αναταραχής και σκηνές στατικές, δραματικές.Το έντονο κοντράστ, η ασταμάτητη βροχή, οι γκρίζοι όγκοι και το δάσος, υποβάλλουν την κλειστοφοβική αίσθηση μιας παγίδας, από την οποία είναι αδύνατο να ξεφύγουν οι ήρωες.

ΤΟ ΜΕΡΟΚΑΜΑΤΟ ΤΟΥ ΤΡΟΜΟΥ (The Wages of Fear, 1953)

Η μηδενιστική ιστορία τεσσάρων αντρών που μεταφέρουν ένα εκρηκτικό φορτίο νιτρογλυκερίνης στη Νότια Αμερική είναι ένα από τα πιο σημαντικά έργα σασπένς του κινηματογράφου, πάνω στην απληστία και τη διαφθορά. Το φιλμ λειτουργεί τόσο σαν μια περιπέτεια αγωνίας, όσο και σαν συναρπαστικό υπαρξιακό σχόλιο και καθιέρωσε τον Κλουζό ως έναν από τους μεγαλύτερους σκηνοθέτες της εποχής του. Πεσιμιστικό και γεμάτο από δραματικές εικόνες, επαναλήφθηκε σε ένα ριμέικ, το 1977, από τον Γουίλιαμ Φρίντκιν, χωρίς τα ίδια εντυπωσιακά αποτελέσματα.

Η ΓΚΕΙΣΑ ΚΑΙ Ο ΣΑΜΟΥΡΑΙ / ΡΑΣΟΜΟΝ (Rashomon, 1950)

Η ταινία που έκανε γνωστό σε όλον τον κόσμο τον Κουροσάβα και τον ιαπωνικό κινηματογράφο, όταν κέρδισε το κορυφαίο βραβείο στο φεστιβάλ της Βενετίας το 1951 και ένα Όσκαρ καλύτερης ξένης ταινίας. Με φόντο την Ιαπωνία του 11ου αιώνα, είναι η ιστορία του βιασμού μιας γυναίκας ευγενούς από ένα ληστή στο δάσος, του θανάτου του συζύγου της και του ξυλοκόπου που παρακολούθησε το επεισόδιο. Η αφήγηση γίνεται από διαφορετικές οπτικές γωνίες των πρωταγωνιστών, που ο καθένας προσφέρει μια διαφορετική εκδοχή του γεγονότος, βυθίζοντας έτσι τον θεατή σ'έναν αληθινό γνωσιολογικό εφιάλτη. 

Η σημαντικότερη αρετή της ταινίας είναι αυτήν ακριβώς η αφηγηματική τεχνική που χρησιμοποιεί (διαφορετικές οπτικές γωνίες σε φλας μπακ, που θυμίζουν "Πολίτη Κέιν"), που θεωρήθηκε ότι μεταφέρει δύο αντιφατικές ερμηνείες της ιστορίας: η μία λέει ότι μεταφέρει τη φιλοσοφική άποψη πως υπάρχουν πολλές υποκειμενικές αλήθειες, ενώ η άλλη ότι υπάρχουν μόνο τα γεγονότα, άρα τρεις από τους τέσσερις πρωταγωνιστές ψεύδονται. Σύμφωνα με τη δεύτερη άποψη το φιλμ αφορά στην ανθρώπινη σφαλερότητα και ανεντιμότητα και στο ότι η ανθρωπότητα, όπως η πύλη Ρασομόν καταρρέει.

Η ΑΙΧΜΑΛΩΤΗ ΤΗΣ ΕΡΗΜΟΥ (The Searchers, 1956)

Ένα από τα πιο κλασικά γουέστερν όλων των εποχών και για πολλούς η πιο ολοκληρωμένη ταινία του Τζόν Φόρντ, του σπουδαιότερου αφηγητή του κλασικού κινηματογράφου, που δόξασε το είδος περισσότερο απ'όλους (το 1992 ψηφίστηκε ως η πέμπτη καλύτερη ταινία όλων των εποχών, σε μια διεθνή ψηφοφορία των κριτικών κινηματογράφου για το περιοδικό Sight and Sound). Ο ίδιος ο Φορντ περιέγραψε την ταινία ως "ψυχολογικό έπος". 

Ο Τζον Γουέιν χαρίζει μια δυνατή ερμηνεία στο ρόλο του Ίθαν Έντουαρτς, που αναζητά τους Ινδιάνους οι οποίοι έσφαξαν την οικογένειά του και πήραν αιχμάλωτο την ανιψιά του. Ο Φορντ χρησιμοποιεί την αγαπημένη του κοιλάδα Μόνιουμεντ καλύτερα απ'ότι σε κάθε άλλο φιλμ που γύρισε εκεί, με τα κόκκινα διαβρωμένα βράχια να προκαλούν δέος και το αχανές της έκτασης να κάνει τις ανθρώπινες μορφές να φαίνονται εξαιρετικά ευάλωτες. Η τελική σκηνή είναι μία από τις πιο διάσημες του κινηματογράφου: ο Γουέιν εμφανίζεται πλαισιωμένος από το κατώφλι της πόρτας, πάντα στο περιθώριο, να χάνεται μέσα στο έρημο και αχανές τοπίο που τον γέννησε (δεύτερο βίντεο).

Ο ΔΡΟΜΟΣ ΤΗΣ ΑΠΩΛΕΙΑΣ (Road to Perdition, 2002)

Στο Σικάγο του 1930. ο Μάικλ Σάλιβαν, εκτελεστής της ιρλανδικής μαφίας και δεξί χέρι του "ευυπόληπτου" Τζόν Ρούνι, προσπαθεί να σώσει το γιό του - μοναδικό επιζώντα από το σφαγιασμό της υπόλοιπης οικογένειάς του - και να εκδικηθεί τη συμμορία του αφεντικού του που ευθύνεται γι'αυτό το έγκλημα. Ευρηματική και "αποστασιοποιημένη" σκηνοθεσία, πολύ καλές ερμηνείες, σκούρα φωτογραφία, υπόγεια μελαγχολία, μια από τις πιο ενδιαφέρουσες ταινίες της χρονιάς.